«ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΙΣΟΥΣ»- Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Αλεξάνδρας Ι. Μουτζίκη-Παιδαγωγική Σχολή Α.Π.Θ, ΠΜΣ «Επιστήμες της αγωγής: Εκπαίδευση, κοινωνία και παιδαγωγική – Κατεύθυνση: Σπουδές για την αναπηρία»-Μέρος 5ο

Ιούλ 27, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πολλές φορές οι ανάπηροι αναγκάζονται να υιοθετήσουν στοιχεία μιας ξένης ταυτότητας ή να κρύψουν τα στοιχεία που φανερώνουν την αναπηρική τους ταυτότητα. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται υπόδυση. Δηλαδή κατασκευάζουν μια ταυτότητα που πλησιάζει περισσότερο σε εκείνη των μη ανάπηρων. Αυτό συμβαίνει επειδή η αναπηρική ταυτότητα δεν είναι πάντα αποδεκτή (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023).

Οι ανάπηροι υφίστανται συχνά κάποια μορφή ελέγχου, που σχετίζεται με το αν οι μη ανάπηροι γνωρίζουν ή όχι ότι οι ίδιοι είναι ανάπηροι. Ορισμένα είδη βλάβης, όπως η τύφλωση, η κώφωση ή η εγκεφαλική βλάβη μπορεί να μην γίνονται άμεσα αντιληπτές από τον περίγυρο των ατόμων. Τα εμφανή σημεία της βλάβης μπορεί μερικές φορές να καλυφθούν ή να αφαιρεθεί ο βοηθητικός εξοπλισμός, όσο επώδυνο και να είναι αυτό. Αυτή η απόκρυψη μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε κοινωνική απομόνωση του ατόμου από το κοινωνικό σύνολο. Η «εξαπάτηση» θεωρείται ηθικά λανθασμένη σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά αν χρησιμοποιείται μεθοδικά και συστηματικά (Cureton & Hill, 2018). Ωστόσο, κρύβονται βαθύτερα νοήματα πίσω από την επιλογή ενός ανθρώπου να κρύψει την αναπηρική του ταυτότητα (Cureton et al., 2018).

Η γενική σημασία της υπόδυσης σχετίζεται με το στερεότυπο του «λευκού, ετεροφυλόφιλου άνδρα», που αποτελεί πρότυπο για τις πατριαρχικές κοινωνίες και τις συνέπειες της κοινωνικής καταπίεσης σε όλες της εκφάνσεις της. Σύμφωνα με τον Erving Goffman ένα άτομο είναι μέλος μιας κοινωνικής ομάδας όταν γίνεται αποδεκτό ή πιστεύεται ότι είναι μέλος της παρόλο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του ανήκειν σε αυτή (Goffman, 2014). Η υπόδυση μπορεί να είναι σκόπιμη, όπως συνέβαινε όταν οι γυναίκες υποδύονταν ότι ήταν άντρες, προκειμένου να πολεμήσουν στον εμφύλιο πόλεμο ή μπορεί να προκύψει από τυχαίες ιδιότητες και εμφανίσεις του ατόμου (Cureton et al., 2018; Brune, 2012).

Όσον αφορά την υπόδυση που σχετίζεται με την αναπηρική συνθήκη, η επιθυμία του να γίνει κανείς αντιληπτός ως μη ανάπηρος συνδέεται με την παρότρυνση των οικογενειών, των γιατρών, του σχολείου και της ευρύτερης κοινωνίας, προκειμένου το άτομο να ενταχθεί στην κοινωνία, μιας και η αναπηρία λογαριάζεται ως ένα αρνητικό στοιχείο (Goodley, 2014).

Μερικές δεξιότητες που πρέπει να καλλιεργήσει κανείς, προκειμένου να αποκρύψει την αναπηρική του ταυτότητα είναι οι εξής: τα τυφλά άτομα συχνά εκπαιδεύονται να κουνούν το κεφάλι τους με τον ίδιο τρόπο που το κουνούν και οι βλέποντες, όταν συζητούν. Να υιοθετούν μια  γενικότερη έκφραση ανησυχίας, να περπατούν γρήγορα, σκόπιμα, αλλά και να ενεργούν σαν να έχουν χάσει τα γυαλιά τους, αν τους ζητηθεί να διαβάσουν κάτι (Cureton et al., 2018).

Οι κωφοί εκπαιδεύονται στο να δίνουν έμφαση στις μεθόδους προφορικής επικοινωνίας και όχι στην νοηματική γλώσσα, ενώ δεν εκλείπει η εφαρμογή κοχλιακών εμφυτευμάτων, με στόχο την ένταξη τους στην επικρατούσα κουλτούρα (Cureton et al., 2018). Άλλοι λόγοι που οι ανάπηροι καταφεύγουν στην διαδικασία της υπόδυσης είναι για να κερδίσουν την κοινωνική αποδοχή των μη ανάπηρων, αφού φοβούνται πως αν γνωρίσουν την αλήθεια, δεν θα θελήσουν να συνάψουν διαπροσωπικές σχέσεις μαζί τους (Cureton, et al., 2018).

Επιπλέον, αυτό συμβαίνει για να αποφύγουν δυσάρεστα συναισθήματα που μπορεί να προκληθούν από αδιάκριτες ερωτήσεις, για να μην γίνουν αντικείμενο οίκτου ή μίσους, για να μην θεωρηθεί ότι εξαρτώνται από την φροντίδα κάποιου άλλου, για να μείνουν ασφαλείς (Cureton et al., 2018; Brune, 2012).

Έχουν υπάρξει πολλές περιπτώσεις στις οποίες οι ανάπηροι αναγκάστηκαν να απαρνηθούν την ταυτότητα τους και να προσποιηθούν, είτε γιατί ήθελαν να αποφύγουν τα επικριτικά βλέμματα, είτε γιατί τέθηκαν ζητήματα ασφαλείας ή και επιβίωσης, όταν για παράδειγμα προσπάθησαν να ξεφύγουν από περιστατικά που θα μπορούσε να ασκηθεί σε βάρος τους σωματική ή σεξουαλική βία, αλλά και καταστροφή της κατοικίας, της περιουσίας ή του αυτοκινήτου τους. Η διαδικασία αυτή είναι αλλοτριωτική (Brune, 2012).

Άλλοι λόγοι για τους οποίους οι ανάπηροι καταφεύγουν συχνά στην υπόδυση είναι επειδή θεωρείται πως αφού έχουν μια σωματική βλάβη, «λογικά, θα είναι και ανόητοι» (Brune, 2012). Δεν είναι λίγες οι φορές που έχει υποτιμηθεί η νοημοσύνη τους. Τέλος, η άρνηση της αναπηρικής ταυτότητας μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι «δεν υπάρχουν τρόποι συζήτησης της αναπηρίας, οι οποίοι να μην είναι καταπιεστικοί.» Αυτό οφείλεται σαφώς στην λανθασμένη αντίληψη για την αναπηρία, στην ανεπαρκή γνώση και φυσικά στην αδιαφορία των θεσμών και της κοινωνίας (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023). Οι παραπάνω περιπτώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε απομόνωση των αναπήρων, ακόμα και από άλλους συνανάπηρους. Η συνεχής εξατομίκευση της αναπηρικής συνθήκης και η υπερβολική έμφαση στην σωματική βλάβη, μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη της συλλογικής δράσης. Σύμφωνα με την Campbell, η διαδικασία αυτή ονομάζεται «τακτική της διάσπασης» (Campbell, 2019). Εκτός όμως από τις συνέπειες της υπόδυσης και της τακτικής της διάσπασης, είναι επιτακτικό να αναφερθεί και το πόσο ψυχοφθόρες είναι αυτού του τύπου οι συζητήσεις και οι συναντήσεις. Έτσι, περιορίζονται σημαντικά οι αυθεντικές εμπειρίες και οι ανάπηροι εμπλέκονται σε έναν φαύλο κύκλο που τους ταλαιπωρεί ψυχικά και συναισθηματικά, αφού οι κοινωνικές επιταγές δεν τους επιτρέπουν να είναι ο εαυτός τους (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023).

Μετάβαση στο περιεχόμενο