«ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΙΣΟΥΣ»- Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Αλεξάνδρας Ι. Μουτζίκη-Παιδαγωγική Σχολή Α.Π.Θ, ΠΜΣ «Επιστήμες της αγωγής: Εκπαίδευση, κοινωνία και παιδαγωγική – Κατεύθυνση: Σπουδές για την αναπηρία»-Μέρος 31ο

Αυγ 7, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

5.3.         Ομοιότητες μεταξύ των εγκλημάτων μίσους αναπηρίας, εγκλημάτων συντρόφου και ενδοοικογενειακής βίας. (Ά μέρος)

 

Εντοπίζονται σημαντικές ταυτίσεις μεταξύ εγκλημάτων μίσους αναπηρίας, εγκλημάτων «συντρόφου» και ενδοοικογενειακής βίας. Οι ομοιότητες αυτές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διακριτά φαινόμενα. Αντίθετα, οι αρχές και οι κοινωνικοί φορείς οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψιν τους την βία που διαπράττεται τόσο ιδιωτικά, όσο και δημόσια (Mc Carthy, 2017). Στις περισσότερες περιπτώσεις που οι εμπειρίες των ανάπηρων γυναικών έχουν αναγνωριστεί, περιλαμβάνονται κυρίως οι εμπειρίες των γυναικών με σωματικές ή αισθητηριακές βλάβες, ενώ δεν δίνεται χώρος στις εμπειρίες των γυναικών με νοητική βλάβη (Mc Carthy, 2017). Σύμφωνα με την έρευνα των Walter & Brice (2012), διαπιστώνεται ότι αρκετές γυναίκες ήταν θύματα πολλαπλής κακοποίησης, ενώ οι σύντροφοι τους συνέχισαν την παρενόχληση, ακόμα και μετά την λήξη της σχέσης τους. Οι σύντροφοι δεν δίστασαν να καταφύγουν ακόμα και στην χρήση όπλων. Η αστυνομία και οι κοινωνικές αρχές δεν φαίνεται να έδρασαν αναλόγως. Οι γυναίκες έμειναν απροστάτευτες (Mc Carthy, 2017). Εκτός από αυτά, τα παιδιά φάνηκε να έμειναν μακριά από τις μητέρες τους (Mc Carthy, 2017).

Έχει αποδειχθεί πως αρκετές γυναίκες είχαν βιώσει έντονα την απόρριψη στην παιδική τους ηλικία και αναζητούσαν στις σχέσεις τους την αίσθηση του ανήκειν, παραμένοντας ακόμα και σε κακοποιητικές σχέσεις (Mc Carthy, 2017). Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι σε σχέσεις που η γυναίκα με νοητική βλάβη χρειαζόταν νοσηλεία, υπέστη και οικονομική κακοποίηση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει νομικός ορισμός του εγκλήματος συντρόφου, όμως είναι ευρέως αποδεκτό ότι ο όρος αναφέρεται στην σχέση που συνάπτουν οι δράστες με τα θύματα, επειδή τα θεωρούν ευάλωτα, με σκοπό την εκμετάλλευση και την κακοποίηση τους (Landman 2014; Gravell 2012). Οι απαντήσεις που λαμβάνουν οι γυναίκες με νοητική βλάβη από τις αστυνομικές αρχές και τους κοινωνικούς φορείς κυμαίνονται σε ένα συνηθισμένο, στερεοτυπικό μοτίβο (Mc Carthy, 2017). Για παράδειγμα, όταν μια γυναίκα με νοητική βλάβη ζει στο σπίτι της και ένας άνδρας μετακομίζει στο διπλανό σπίτι και αρχίζει να την παρενοχλεί λεκτικά, σωματικά και σεξουαλικά, η απάντηση που θα έπρεπε να λάβει η γυναίκα από τους αρμόδιους δεν είναι «είναι επιλογή σου να μένεις σε αυτή την κατάσταση. Να μετακομίσεις αν δεν σου αρέσει.» Αντίθετα, θα αναμέναμε από το κράτος να δείξει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την αποφυγή των εγκλημάτων μίσους, μέσω της λειτουργίας των θεσμών, των παρόχων κοινωνικής φροντίδας και κοινωνικής στέγασης, απομακρύνοντας τον δράστη από το σπίτι του, αξιοποιώντας τον νόμο περί εγκλημάτων και αστυνόμευσης κατά της κοινωνικής συμπεριφοράς, του 2014 (Mc Carthy, 2017 σελ.596).

Στην περίπτωση που αυτός ο άνδρας έμενε στο ίδιο σπίτι με την γυναίκα και την κακοποιούσε, η γυναίκα θα είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, παρά τις εγγενείς δυσκολίες που συνδέονται με αυτό (HMIC 2014). Όμως, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες η γυναίκα παραμένει στο σπίτι της και ανέχεται τον δράστη ή αναγκάζεται να δραπετεύσει, εγκαταλείποντας το σπίτι της (Mc Carthy, 2017).

Μετάβαση στο περιεχόμενο