5.3. Ομοιότητες μεταξύ των εγκλημάτων μίσους αναπηρίας, εγκλημάτων συντρόφου και ενδοοικογενειακής βίας. (΄Β μέρος)
Η βασική διαφορά ανάμεσα στις παραπάνω καταστάσεις έγκειται στον χώρο. Η αυτονομία αποτελεί την ειδοποιό διαφορά. Ωστόσο, οι έννοιες της αυτονομίας εξαρτώνται και από άλλους παράγοντες. Το να συγκατοικήσει μια γυναίκα με τον σύντροφο της είναι μια προσωπική επιλογή. Αν όμως ένας άντρας επιλέξει να μείνει σε ένα κοντινό κτίριο, δεν πρόκειται για μια απόφαση που πάρθηκε από την ίδια. Η συνθήκη που συναντάται συχνά είναι η εξής: ένας μη ανάπηρος άνδρας συνάπτει ερωτική σχέση με την ανάπηρη γυναίκα, μετακομίζει στο διαμέρισμα της σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και φυσικά εκδηλώνει πολύ θετικά και έντονα συναισθήματα. Στην πορεία όμως, αναπτύσσει μια σειρά από βίαιες συμπεριφορές, προκειμένου να επιτευχθεί η κάλυψη των δικών του αναγκών, σε βάρος της γυναίκας (Stark, 2009; Mc Carthy, 2017). Οι άντρες επιδιώκουν να έρθει τόσο γρήγορα η συγκατοίκηση, είτε εξαιτίας κάποιας απρογραμμάτιστης εγκυμοσύνης, είτε υπαινίσσονται πως είναι άστεγοι και είχαν «άσχημο παρελθόν»(Mc Carthy, 2017).
«Επρόκειτο να τον αφήσω και μετά έμαθα ότι ήμουν έγκυος. Σκέφτηκα δεν μπορώ τώρα. Ήμουν πολύ νέα» (15 ετών) (Mc Carthy, 2017, σελ. 597).
Αφού επιτευχθεί η συγκατοίκηση, οι άντρες αρχίζουν πολύ γρήγορα να χρησιμοποιούν την χειραγώγηση, ως μέσο κυριαρχίας, επιβολής και ελέγχου. Έτσι, τα σπίτια των γυναικών παύουν να είναι στην πραγματικότητα δικά τους (Stark, 2009).
«Πάντα κρατούσα το σπίτι μου πραγματικά καθαρό και τακτοποιημένο, αλλά μόλις μπήκε, έφερε όλα του τα πράγματα στο σπίτι μου και έπρεπε να ζήσω στο διπλανό δωμάτιο και να κοιμάμαι στον καναπέ, γιατί είχε σκουπίσει την κρεβατοκάμαρα μου με σακούλες σκουπιδιών του και μύριζε» (Mc Carthy, 2017, σελ. 598).
Το να καταλαμβάνει ένας δράστης το σπίτι ενός ευάλωτου ατόμου και να το αντιμετωπίζει ως δικό του, είναι γνωστό ως το «φαινόμενο του κούκου»(Gravell, 2012). Τα θύματα τέτοιων εγκλημάτων δεν αντιλαμβάνονται πάντα την κακοποίηση που υφίστανται, αφού για εκείνους είναι πρωτεύον να νιώσουν αποδοχή και να συνάψουν κάποια σχέση ή φιλία (Mc Carthy, 2017). Η στόχευση των ατόμων, λόγω ορισμένων χαρακτηριστικών της ταυτότητας τους, όπως είναι η ηλικία, το φύλο, η φυλή ή η αναπηρική συνθήκη αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των εγκλημάτων μίσους(Mc Carthy, 2017).
Ωστόσο, ορισμένα εγκλήματα κατά των γυναικών ή νεαρών κοριτσιών, δεν καταγράφονται ως εγκλήματα μίσους. Αυτό συμβαίνει όταν η σχέση του θύματος και του δράστη συνεχίζεται, άρα η βία υφίσταται από φιλικό πρόσωπο, ενώ άλλα εγκλήματα διαπράττονται από αγνώστους(Mc Carthy, 2017). Τα εγκλήματα μίσους κατά των αναπήρων περιλαμβάνουν αυτό που αναφέρεται ως σαδιστική κακοποίηση. Περιλαμβάνει επίπεδα ταπείνωσης, σκληρότητας και βίας στον απόλυτο βαθμό. Είναι επιτακτικό να αναφερθεί πως οι δράστες δεν σταματούν ποτέ την κακοποίηση, ακόμα και αν η σχέση έχει διακοπεί ή η γυναίκα έχει εγκαταλείψει το σπίτι της(Mc Carthy, 2017). « Ένας δράστης ζήτησε να δει για τελευταία φορά την σύντροφο του, που πέθαινε σε ξενώνα και δεν τον απέτρεψε τίποτα από το να αποπειραθεί να της επιτεθεί για τελευταία φορά» (Mc Carthy, 2017, σελ. 598). Συχνά τα θύματα των εγκλημάτων μίσους αναπηρίας, θα κακοποιηθούν επειδή ακριβώς είναι ανάπηρα. Ειδικά οι γυναίκες βίωσαν έντονα τον χλευασμό εξαιτίας της βλάβης τους(Mc Carthy, 2017).
Η διεπαγγελματική συνεργασία, η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος οφείλουν να υπερασπιστούν τις γυναίκες με νοητική βλάβη, προκειμένου να εξαλειφθεί η εκμετάλλευση τους και η άσκηση βίας στην ψυχή και το σώμα τους (Mc Carthy, 2017).
