3.3. Περιοριστικές πρακτικές (Γ μέρος)
Η χρήση φαρμάκων για την διαχείριση της εμμήνου ρύσεως δεν θεωρείται χημικός περιορισμός όταν: 1) συνταγογραφείται για την θεραπεία μιας διαγνωσμένης ιατρικής κατάστασης (π.χ ενδομητρίωση) ή 2) αν η ανάπηρη γυναίκα έχει συναινέσει στην εκάστοτε θεραπεία. Είναι σημαντικό να παρέχονται στις ανάπηρες γυναίκες ουσιαστικές πληροφορίες, αναφορικά με την λήψη αποφάσεων που σχετίζονται με την σεξουαλική και αναπαραγωγική τους υγεία. Η συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης πρέπει να τεκμηριώνεται και από το ίδιο το άτομο. Είναι επιτακτικό να γίνεται ξεκάθαρο, ότι το άτομο μπορεί να ανασύρει την συγκατάθεση του κάθε στιγμή. Η καταστολή της εμμήνου ρύσεως θα πρέπει να εξετάζεται μόνο όταν άλλες μέθοδοι έχουν αποτύχει ή αν υπάρχουν σημαντικοί γυναικολογικοί ή άλλοι ιατρικοί λόγοι (Regulated Restrictive Practises Guide σελ. 10 [RRPG], 2020).Οποιαδήποτε μορφή εμμηνορροϊκής καταστολής (συμπεριλαμβανομένης της χειρουργικής καταστολής) έχει νομικές, ιατρικές, κοινωνικές και ηθικές επιπτώσεις (RRPG, 2020).
Επιπρόσθετα, χρησιμοποιείται αντι-λιμπιντική φαρμακευτική αγωγή, προκειμένου να επηρεάσει την συμπεριφορά των αναπήρων. Τα αντι-λιμπιντικά φάρμακα μειώνουν την σεξουαλική διέγερση. Όταν συνταγογραφείται για την αντιμετώπιση «προβληματικών» σεξουαλικών συμπεριφορών, πρόκειται για χημικό περιορισμό. Η αντι-λιμπιντική φαρμακευτική αγωγή θα πρέπει να εξετάζεται μόνο για έναν μικρό πληθυσμό ατόμων, που ίσως εμπλέκονται σε σεξουαλική παραβατική συμπεριφορά, όταν άλλες παρεμβάσεις δεν έχουν λειτουργήσει και εφόσον υπάρχει κίνδυνος προσβολής άλλου ατόμου (Daffern & Thomas, 2014). Ο κίνδυνος ενός ατόμου για σεξουαλική παραβατική συμπεριφορά θα πρέπει να προσδιορίζεται με διεξοδικές αξιολογήσεις, που θα διενεργηθούν από κατάλληλα καταρτισμένους επαγγελματίες, χρησιμοποιώντας τα απαραίτητα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου, που βασίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία. Τα αντι-λιμπιντικά φάρμακα απαγορεύεται να χορηγηθούν σε άτομα κάτω των 18 ετών ή σε περιπτώσεις ανθρώπων που τα οστά τους δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως (RRPG, 2020).
Όσον αφορά τον μηχανικό περιορισμό μπορεί να μοιάζει με ρούχα που περιορίζουν την κίνηση κάποιου και εκείνος δεν μπορεί να τα αφαιρέσει. Επιπλέον, χρησιμοποιούνται κλειδαριές και ζώνες ασφαλείας, τοποθετούνται φρένα αναπηρικού αμαξιδίου, ώστε να περιοριστεί η κίνηση του θύματος προς την κατεύθυνση που επιθυμεί. Η επιτροπή NDIS της Αμερικής; (National Disability Services, (NDS, 2017) έχει εντοπίσει συσκευές που προκαλούν βλάβη στους ανθρώπους και μπορούν να αναγνωριστούν ως κατάχρηση, αφού είναι αντίθετες με την σχετική νομοθεσία. Μπορεί να περιλαμβάνει χειροπέδες σε οποιαδήποτε μορφή, συσκευές που εμποδίζουν την κίνηση των ποδιών ενός ατόμου, σχοινιά, ιμάντες που χρησιμοποιούνται για το δέσιμο των χεριών ή άλλων μερών του σώματος (NDS, 2017). Η γνώση του πότε μια πρακτική αποτελεί μηχανικό περιορισμό και η εξέταση των πιθανών επιπτώσεων στο άτομο είναι απαραίτητη για την προστασία της αξιοπρέπειας, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, αλλά και την μείωση ή εξάλειψη της χρήσης της. Επίσης, αν μια συσκευή με την οποία επιτυγχάνεται ο μηχανικός περιορισμός έχει τροποποιηθεί, ενδέχεται να μην πληροί πλέον τα πρότυπα της Υπηρεσίας Θεραπευτικών Αγαθών και να αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια των ανθρώπων (RRPG, 2020).
Άλλα παραδείγματα περιβαλλοντικού περιορισμού μπορεί να είναι το κλείδωμα πόρτας, ντουλαπιού ή ψυγείου, ώστε να αποτραπεί η πρόσβαση ενός ατόμου σε αυτά. Επιβολή περιορισμών σε ένα άτομο που συμμετέχει σε δραστηριότητες όπως την μαγειρική ή την παρακολούθηση τηλεόρασης. Παρεμποδίζεται η πρόσβαση στα υπάρχοντα ενός προσώπου, όπως το κινητό του τηλέφωνο, ο υπολογιστής ή τα τσιγάρα του. Τέλος, παρεμποδίζεται η πρόσβαση σε συγκεκριμένους χώρους, όπως για παράδειγμα στην αυλή ή την κουζίνα, ενώ πολλές φορές περιορίζεται και η πρόσβαση στην κοινότητα (RRPG, 2020).
