2.2. Αναπηρία και ρητορική μίσους
Σύμφωνα με την Burch(2020, σελ. 70) η ρητορική μίσους ορίζεται ως η έκφραση υποτιμητικού λεξιλογίου και προσωπικών προκαταλήψεων, οι οποίες αποσκοπούν στην απανθρωποποίηση του στόχου και στην πρόκληση αρνητικής διάκρισης. Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ρητορικής μίσους (Maussen & Grillo, 2014, όπως αναφέρεται στο Καραγιάννη, Κουτσοκλένης, 2023):
«α) απευθύνεται σε ένα άτομο βάσει κάποιου χαρακτηριστικού της ταυτότητας του, β) αποσκοπεί ή καταλήγει στο να στιγματίσει την ταυτότητα της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει το άτομο και γ) κάνει την κοινωνική ομάδα να θεωρείται μη επιθυμητή, χωρίς αξία. Η ρητορική μίσους απευθύνεται στον ανάπηρο, με αφορμή την αναπηρική του ταυτότητα και ως εκ τούτου, την ονομάζουμε μισαναπηρική ρητορική (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 91).Η μισαναπηρική ρητορική είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα μισαναπηρικά εγκλήματα, όπως θα φανεί στην συνέχεια αυτής της εργασίας. Η έκθεση στην μισαναπηρική ρητορική απευαισθητοποιεί και ριζοσπαστικοποιεί τους θύτες μέσα από την απανθρωποποίηση, τον χλευασμό και την απαξίωση των θυμάτων (Soral, Bilewicz, Winiewski 2018, στο Καραγιάννη, Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 92)».
Η ρητορική μίσους πιστοποιεί τον βαθμό στον οποίο τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις επηρεάζουν τις ζωές των αναπήρων, αφού τα αντιθετικά ζεύγη που αφορούν την ανωτερότητα και την κατωτερότητα, το φυσιολογικό και το μη-φυσιολογικό, την ένταξη και τον αποκλεισμό, τον καθορισμό του ποιες ζωές αξίζουν και ποιες όχι είναι βαθιά ριζωμένα στις κοινωνικές δομές και αντιλήψεις (Sherry, 2020). Η μισαναπηρική ρητορική εμφανίζεται τόσο στο μακρο-επίπεδο, όσο και στο μικρο-επίπεδο και έχει πολυσύνθετες συνέπειες για τον ανάπηρο πληθυσμό (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 92).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα από το μακρο-επίπεδο, που αφορά την κοινωνική και πολιτική, μισαναπηρική λογική, αποτελούν οι δηλώσεις πολιτικών προσώπων σχετικά με την εργασία των αναπήρων, την αμοιβή και την επιδοματική πολιτική. Σε περιόδους κρίσης, τα αναπηρικά επιδόματα βρέθηκαν στο επίκεντρο των πολιτικών δηλώσεων και για την ακρίβεια διατυπώθηκε το επιχείρημα ότι «τα αναπηρικά επιδόματα αποτέλεσαν αιτία της οικονομικής κρίσης. Το επιχείρημα αυτό παρουσιάζει τους ανάπηρους ως «απατεώνες και ανήθικους, ως άτομα που ευθύνονται για την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας, πράγμα που προφανώς δεν ισχύει.
«Αν οι άνθρωποι δεν μπορούν στ’αλήθεια να εργαστούν, θα τους φροντίσουμε». Το σχόλιο αυτό του Ντέιβιντ Κάμερον μας κάνει να καταλάβουμε πως υπάρχει καχυποψία απέναντι στους ανάπηρους που υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να εργαστούν (Garthwaite, 2011, στο Καραγιάννη, Κουτσοκλένης, 2023).
Επίσης, ο βουλευτής των Συντηρητικών Philip Davies «δήλωσε στην βουλή των κοινοτήτων ότι οι ανάπηροι θα έπρεπε να μπορούν να αμείβονται χαμηλότερα από τον κατώτατο
μισθό, αν κάτι τέτοιο επρόκειτο να τους βοηθήσει να βρουν εργασία» (Davies, 2020,στο Καραγιάννη, Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 92). Το συγκεκριμένο επιχείρημα υποβιβάζει τους ανάπηρους, σε πολίτες β’ κατηγορίας και τους στερεί το δικαίωμα να αμείβονται πραγματικά με βάση αυτά που αξίζουν, ενώ η κατώτερη αμοιβή συνδέεται με την γενικότερη αντίληψη ότι οι ανάπηροι είναι κατώτεροι από τους μη ανάπηρους, αλλά και μη παραγωγικοί (Barnes et al., 2014). Όλα αυτά φυσικά πηγάζουν από την εξιδανίκευση της κανονικότητας, που νομιμοποιεί απρεπείς συμπεριφορές, εκμετάλλευση, χαμηλή αμοιβή και κακή συμπεριφορά στον χώρο εργασίας, αν κάποιος ανάπηρος γίνει τελικά αποδεκτός ως εργαζόμενος(Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023). Ακολουθεί αυτούσιο σχετικό απόσπασμα, όπως παραπέμπεται στο βιβλίο της Καραγιάννη, που πιστοποιεί όλα τα παραπάνω:
«Ο ιεραρχικός καταμερισμός της εργασίας και οι δομικές και θεσμοποιημένες σχέσεις εξουσίας και καθυπόταξης, δημιουργούν συνθήκες καταπίεσης κατά την Young (2009, σελ. 66). Οι συνθήκες καταπίεσης λαμβάνουν την μορφή της εκμετάλλευσης, της περιθωριοποίησης και της «μη δύναμης». Για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η καταπίεση, πρέπει να υπάρξουν και σχέσεις πολιτισμικής καθυπόταξης, αυτό που η Υoung ονομάζει πολιτισμικό «ιμπεριαλισμό». Ο πολιτισμικός ιμπεριαλισμός είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η κουλτούρα της κυρίαρχης ομάδας εγκαθιδρύεται ως νόρμα, εξοβελίζοντας στο περιθώριο την εμπειρία και την κουλτούρα άλλων κοινωνικών ομάδων. Άμεση συνέπεια δεν μπορεί παρά να είναι η αντιμετώπιση των αποκλινόντων από την κυρίαρχη κουλτούρα ως κατώτερων, ως μη ανθρώπινων» (Καραγιάννη, 2017, σελ. 46-47).
Τέλος, στον χώρο της πολιτικής δεν γίνεται λόγος για τα αναπηροποιητικά εμπόδια που συναντούν οι ανάπηροι στην προσπάθεια τους να εργαστούν αξιοπρεπώς, αντίθετα το βάρος πέφτει για άλλη μία φορά στην βλάβη του ατόμου (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023).
