Αναπηρία και αθλητισμός: Λόγοι και νοηματοδοτήσεις του ικανού και του ανάπηρου σώματος στον σύγχρονο αθλητισμό – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Κρυσταλίας Μπλιαχούτα – ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ» – Μέρος 2ο

Μάι 18, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εισαγωγή

Ο αθλητισμός και η αναπηρία, είτε ως διακριτά επιστημονικά πεδία είτε εμπλεκόμενα με τις Επιστήμες του Ανθρώπου, της Υγείας και του Φύλου, αναδύονται σταδιακά τα τελευταία χρόνια, εγείροντας σημαντικές κριτικές και εναλλακτικές προσεγγίσεις με επίκεντρο το σώμα. Παρόλα αυτά, οι συγκεκριμένες αυτές θεματικές δεν παύουν να κατέχουν περιφερειακή θέση στα ακαδημαϊκά πράγματα και για αυτό το λόγο, οι ερευνητές που καταπιάνονται με αυτές, διεκδικούν με δυναμικό τρόπο την αναγνώριση της σημασίας τους στον επιστημονικό αλλά και στον κοινωνικό διάλογο. Στην παρούσα εργασία παρουσιάζονται οι ηγεμονικοί λόγοι που διέπουν τον σύγχρονο αθλητισμό, λαμβάνοντας ως κύρια αναλυτική και μεθοδολογική έννοια αυτή της ικανότητας. Η έννοια αυτή κουβαλώντας ένα βαρύ ιστορικό υπόβαθρο, εμπλεκόμενη με την ιστορική πορεία της εκβιομηχάνισης και της ανάδυσης του νεοφιλελευθερισμού αποδομείται, στην προσπάθεια αποταύτισής της από τους προσφιλείς της όρους (αποτελεσματικότητα, ενεργητικότητα, αρτιμέλεια) και επανανοηματοδοτείται μέσα από τη δράση και τα λεγόμενα των αθλητών με αναπηρία. Μπορεί να επιτευχθεί ένα είδος ρωγμής στους τρόπους κατανόησης των σωμάτων των αθλητών ή απλά επανακαθορίζεται η ιεραρχική τους ταξινόμηση;
Εκκινώντας από βασικές θεωρίες του σώματος που υπήρξαν και συνεχίζουν να είναι κυρίαρχες στην φιλοσοφική σκέψη και στις κοινωνικές επιστήμες, στο πρώτο κεφάλαιο, προσπαθώ να εγείρω το ζήτημα του αθλητισμού ως ένα πεδίο, όχι μόνο αντανάκλασης της κοινωνίας, ως καθρέπτης της κοινωνικής πραγματικότητας (Lithman, 2004), αλλά περισσότερο ως μια επιχρωματισμένη πολιτική αρένα στην οποία τα σώματα δεν παρουσιάζονται ή κινούνται «απλά και ρυθμικά» αλλά φέρουν στο σώμα τους τις εγγραφές τόσο της πολιτικής εξουσίας όσο και των κοινωνικών σχέσεων. Είναι αλήθεια ότι ο αθλητισμός ως προκείμενη έρευνας και ανάλυσης δεν υπήρξε η πιο διαδεδομένη (1) στις κοινωνικές επιστήμες, καθώς ιστορικοί και μεθοδολογικοί λόγοι ανάπτυξης των επιστημών του ανθρώπου συνέκλιναν προς αυτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διχοτομία σώμα/πνεύμα που συνετέλεσε στην απεμπόληση της έρευνας του σώματος (και δη του σώματος του αθλητή) από τις κοινωνικές επιστήμες και κατέστησε την ιατρική και την βιολογία ως το μοναδικό φορέα μελέτης και παραγωγής γνώσης. Ένας ακόμα λόγος (2) απομάκρυνσης των κοινωνικών επιστημών από το πεδίο του αθλητισμού αποτέλεσε η ιστορία της μεθοδολογίας τόσο της κοινωνιολογίας όσο και της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Πιο συγκεκριμένα η επίδραση της καρτεσιανής φιλοσοφίας στην πορεία ανάπτυξης της κοινωνιολογίας, αλλά και η αποκλειστική μελέτη τον μη δυτικών κοινωνιών στα πλαίσια της ανθρωπολογίας, καθυστέρησαν σε μεγάλο βαθμό την ενασχόληση με τις αθλητικές δραστηριότητες κάθε είδους, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Το σώμα, από τη χρονική στιγμή που αποκτά ερευνητικό ενδιαφέρον στα δυτικά συμφραζόμενα, αναλύεται ως αντικείμενο εξουσιαστικών λόγων, ως αξιακό κεφάλαιο, ύλη που μεταβάλλεται, μηχανή που τροποποιείται αλλά και ως δυνατότητα.
Στο δεύτερο κεφάλαιο ο χώρος του αθλητισμού και συγκεκριμένα ο αθλητισμός σε επίπεδο συλλόγων, τοποθετείται ως πλαίσιο εντός του οποίου γεννώνται, παράγονται και αναπαράγονται παραδοσιακές αντιλήψεις για το σώμα που επιδρούν καταλυτικά στην κοινωνική συγκρότηση νοημάτων για τα «ορθά» σώματα των αθλητών. Η μελέτη τριών περιπτώσεων κορυφαίων αθλητών/αθλητριών παγκόσμιας εμβέλειας και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται και προσδίδεται νόημα στα σωματικά τους χαρακτηριστικά, δεν μας φέρνουν κοντά απλά σε ένα ηγεμονικό ιατρικοποιημένο και νεοφιλελεύθερο μοντέλο ατομικισμού, αλλά φανερώνουν τις συγκαλυμμένες αντινομίες που ενέχει το συγκεκριμένο σύστημα. Οι φεμινιστικές προσεγγίσεις του σώματος του αθλητή ως cyborg και η έννοια της ετεροσεξουαλικής ικανής σωματικότητας καθώς και οι αναλύσεις των σωμάτων που έχουν σημασία, χρησιμοποιούνται ως αναλυτικά εργαλεία στην προσπάθεια αναμόχλευσης των «τρωτών» σημείων του σύγχρονου αθλητισμού και της επιβαλλόμενης κανονιστικής σωματικής νόρμας, που προτάσσεται ως μοναδική  ορθή επιλογή. Τα σώματα ρευστοποιούνται, απο-υλικοποιούνται, επανοηματοδοτούνται και επιστρέφουν στα γήπεδα είτε για να ισχυροποιήσουν τους ηγεμονικούς λόγους είτε για να αντισταθούν σε αυτούς.
Στρεφόμενη στο πεδίο της αναπηρίας είναι σημαντικό να αναφερθεί η προσέγγιση των ανθρώπων με αναπηρία ως «Άλλοι». Οι έννοιες της αρτιμέλειας και της ικανότητας, έφεραν τα διπολικά τους ζεύγη σε υποδεέστερη αξιακή αξιολογική και κοινωνικοπολιτική θέση και τα ώθησαν στο περιθώριο, στον ιδιωτικό χώρο και στην πολιτική αδράνεια. Όπως αναφέρει ο Scott Deshong «η αναπηρία χρησιμεύει ως κριτική της αρτιμέλειας και ως εκ τούτου η αναπηρία μπορεί να αποτελέσει αφορμή θέασης των διαφορετικών τύπων ικανότητας […]» (Τεντόμας, 2020). Η μεθοδολογική επιλογή της ανάλυσης της αναπηρίας ως στιγματισμένης ταυτότητας, καταδεικνύει τις παραλείψεις και τις αδυναμίες των δυτικών κοινωνιών στη συγκρότηση κοινωνιών ισότητας, ίσων ευκαιριών και συμπερίληψης. Το ανάπηρο σώμα δεν αποτελεί απλά το αρνητικό φαινότυπο μιας προοδεύουσας και εξελισσόμενης κοινωνίας, αλλά το «φάντασμα» που στοιχειώνει τα ιδεολογικά προτάγματα της ανθρώπινης προόδου.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ στη χρονική συγκυρία της συγγραφής αυτής της εργασίας. Σε μια περίοδο υγειονομικής κρίσης και εξάπλωσης του ιού Covid- 19 και με τους συνεχής θεσμικούς περιορισμούς κυκλοφορίας, τα μεθοδολογικά εργαλεία έρευνας χρειάζεται να τροποποιηθούν σε μεγάλο βαθμό, τόσο που να εγείρονται επιστημολογικά ζητήματα που αφορούν την επαφή του ερευνητή με το πεδίο και με τα υποκείμενα/αντικείμενα της έρευνας του (Μαδιανού – Γκέφου, 1998). Ο κίνδυνος πλέον δεν συνίσταται στην πιθανή απόσταση  που μπορεί να έχει ο ερευνητής με το ερευνητικό του πεδίο αλλά στην δια ζώσης επαφή του με τα άτομα που το συναποτελούν. Αυτό που κατά καιρούς έχει αποτελέσει για την κοινωνική ανθρωπολογία ζήτημα ύψιστης μεθοδολογικής αξίας, ανάγεται σήμερα σε απαγόρευση. Η μεθοδολογική διαφυγή που προτάσσεται στην παρούσα φάση ως ένα από τα μοναδικά εργαλεία έρευνας, είναι ο ψηφιακός χώρος, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθώς και οι ψηφιακές αρχειακές πλατφόρμες. Ο συγκεκριμένος τρόπος έρευνας όμως, αναδεικνύει και ένα σοβαρό ζήτημα που θέτουν αρκετοί ανάπηροι ερευνητές που στοιχειοθετείται ως έλλειψη προσβασιμότητας στο πεδίο (3) «…στην συνθήκη των μειωμένων επιλογών και ευκαιριών […] στην δια ζώσης επικοινωνία …» (Τεντόμας, 2020). Στα συγκεκριμένα πλαίσια έρχεται να προστεθεί μια περίοδος προσωπικού αναστοχασμού που έχει ως σημείο αφετηρίας προσωπικές εμπειρίες και γεγονότα που έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια. Βιώνοντας μια ανάλογη προσωπική συνθήκη (αυτή της μειωμένης όρασης) πολλά από τα εναρκτήρια ερωτήματα που διαπερνούν και συνέχουν τους προβληματισμούς μου στην παρούσα εργασία, βρίσκονταν για αρκετό καιρό σε αναμονή, τοποθετημένα στη σφαίρα της ιδιωτικής και ατομικής ευθύνης. Μέσα από την επαφή και τη μελέτη αρκετών βιβλιογραφικών αναφορών ανάπηρων ερευνητών, κατάφερα σε μεγάλο βαθμό να συνδιαλλαγώ με τις ατομικές και συλλογικές τους εμπειρίες και να κατανοήσω τη σημασία της κοινωνικής και συλλογικής προσέγγισης της αναπηρίας. Ο Λάζαρος Τεντόμας (2020), παρουσιάζοντας την δική του εμπειρία αναφέρει ότι το χρονικό σημείο έναρξης συμμετοχής στην λίστα (4) του ίδιου συμπίπτει με την χρονική στιγμή της διαδικασίας αναγνώρισης του ως ατόμου με αναπηρία. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η τοποθέτηση της Garland- Thomson (2017) που θεωρεί το βιβλίο της, «Extraordinary Bodies», ως μια δημόσια εξομολόγηση της δικής της αναπηρίας. Προσωπικά ταυτίζομαι σε μεγαλύτερο βαθμό με την ανάλυση της Γκέφου Μαδιανού που φέρει στο προσκήνιο την διερεύνηση και ανακάλυψη του «εαυτού» μέσα από την μελέτη του «άλλου» (5). Κινούμενη στα πλαίσια που έχει ιστορικά χαράξει η στροφή της ανθρωπολογίας «στο σπίτι της», προτείνω ένα είδος ανθρωπολογίας οίκοι από τον οίκο συμπυκνώνοντας τους παραπάνω προβληματισμούς και τονίζοντας τα ζητήματα μεθοδολογίας που μπορεί να επιφέρει στην έρευνα (6). Στα κεφάλαια που ακολουθούν, αξιοποιείται τόσο ψηφιακό αρχειακό οπτικοακουστικό υλικό, άρθρα, συνεντεύξεις και αφιερώματα στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο αθλητικό τύπο (7), στην ψηφιακή τους μορφή, αλλά και υλικό που αναρτάται από τα ίδια τα υποκείμενα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πριν παρουσιαστεί και αναλυθεί το συγκεκριμένο υλικό, κρίνεται αναγκαία μια βιβλιογραφική περιήγηση στις κεντρικές θεωρητικοποιήσεις του σώματος και τα εννοιολογικά πλαίσια μέσα στα οποία αναπτύσσονται, έχοντας πολλές φορές ως βασικό άξονα τον αθλητισμό.

1Η Bass (2014) παρατηρεί την έλλειψη ερευνητικού ενδιαφέροντος για τον αθλητισμό παρά τη σημασία που του αποδίδει η Αμερικανική κοινωνία.
2Στο άρθρο της Bass (2014) με τίτλο State of Field αναφέρει την άποψη του Miller για τους λόγους καθυστερήσεις ενασχόλησης με τον αθλητισμό. Μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά στις πολιτισμικές σπουδές οι οποίες «μονοπωλούνται από αριστερούς θεωρητικούς οι οποίοι παραδοσιακά δεν ασχολούνται με τον αθλητισμό». Σχολιάζοντας την συγκεκριμένη τοποθέτηση η συγγραφέας κάνει λόγο για μια ανάλυση που «αγνοεί τη συμβολή των πολιτισμικών σπουδών στη ανάδειξη της φυλετικής ανισότητας και της σημασίας των πολιτικών κινημάτων που είχαν ως πρίσμα τον αθλητισμό».
3 Η Mehrotra (2012) στο άρθρο της με τίτλο «Methodological issues in disability research: An introduction» σχολιάζει με στόμφο: « Η εικόνα του ερευνητή ανθρωπολόγου έχει κατ’ εξοχήν συνδεθεί με το ικανό σώμα του, που εισχωρεί και καταγράφει τις εμπειρίες των ανθρώπων, χρησιμοποιώντας την αισθητηριακή εμπειρία για να κατανοήσει την κοινωνική πραγματικότητα».
4 Ο Λάζαρος Τεντόμας, στο βιβλίο του με τίτλο «Ελπίδες και υποψίες για το παρελθόν και το μέλλον της αναπηρίας.» παρακολουθεί και αναλύει τα ζητήματα συζήτησης της διαδικτυακής λίστας του περιοδικού «Αναπηρία Τώρα» για τέσσερις μήνες, από τον Απρίλιο μέχρι και τον Ιούλιο του 2000.
5Στο ίδιο κείμενο η Γκέφου – Μαδιανού παραθέτει την μεθοδολογική πρόταση της Abu-Lughod ότι ο ανθρωπολόγος μελετώντας το «άλλο» καλείται να μελετήσει και τον ίδιο του τον «εαυτό» ή έστω μέρος του.
6Ο ψηφιακός χώρος μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο έρευνας όχι μόνο λόγο της επιρροής που έχει στις σύγχρονες κοινωνίες αλλά και λόγο των ιδιαίτερων μέσων αυτοπαρουσίασης. Τα live streams, τα vlogs ,τα stories κ.α. είναι μόνο μερικά από αυτά τα μέσα που μπορούν να αποτελέσουν και ένα νέο σημείο ερευνητικής και ανθρωπολογικής αναφοράς.
7Όπως διαπιστώνει ο Nicolas Piersey (2016) «ποτέ άλλοτε τα αθλήματα και κυρίως το ποδόσφαιρο δεν έμπαιναν σε καθημερινή βάση στην ζωή μας μέσω του ίντερνετ και της τηλεόρασης».

Μετάβαση στο περιεχόμενο