Αναπηρία και αθλητισμός: Λόγοι και νοηματοδοτήσεις του ικανού και του ανάπηρου σώματος στον σύγχρονο αθλητισμό – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Κρυσταλίας Μπλιαχούτα – ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ» – Μέρος 5ο

Μάι 20, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

2.1 Υπόθεση Curry: Μια ανακοίνωση αποκατάστασης

Ο Wandell Stephen Curry, γνωστός στο αθλητικό κοινό ως Steph Curry, είναι Αμερικανός μπασκετμπολίστας του NBA και για πολλούς ένας από τους καλύτερους σουτέρ τριών πόντων στην ιστορία του αθλήματος. Περίπου ένα χρόνο πριν, το Μάρτιο του 2019, ανακοίνωσε ότι για πολλά χρόνια αγωνιζόταν στο κορυφαίο επαγγελματικό αθλητικό επίπεδο, με προβλήματα όρασης που εν τέλει κατάφερε να αποκαταστήσει φορώντας ειδικά προσαρμοσμένους φακούς επαφής. Η είδηση αυτή αναπαράχθηκε από τα περισσότερα αθλητικά site και ειδησεογραφικά πρακτορεία του κόσμου, όπως και στην Ελλάδα, παρουσιάζοντας αναλυτικά τα χαρακτηριστικά της χρόνιας αυτής πάθησης και καθησυχάζοντας το κοινό για την ήδη «αποκατεστημένη» υγεία του.
Το άρθρο με τίτλο «Ο Steph Curry αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης» ξεκινάει με τον εξής τρόπο: «καμιά φορά στη ζωή σου συμβαίνουν πράγματα που μοιάζουν τόσο απίστευτα, ώστε στο τέλος αρνείσαι κυριολεκτικά να τα πιστέψεις» (Ηλιάδης, 2019). Ακολουθεί η είδηση «…αντιμετωπίζει εδώ και πολλά χρόνια προβλήματα όρασης…» και συνεχίζει με στόμφο «Δηλαδή ο καλύτερος σουτέρ στην ιστορία του αθλήματος, ο τύπος έχει καταρρίψει κάθε πιθανό και απίθανο ρεκόρ στα τρίποντα […] στην πραγματικότητα δεν βλέπει καλά;» (Ηλιάδης, 2019). Παραθέτει αναλυτικά τα στοιχεία της πάθησης και κλείνει το άρθρο του με ανακούφιση για την έκβαση που πήραν τα πράγματα: «Βέβαια η επιστήμη εξελίσσεται διαρκώς, με τον Super Star των Warriors να βρίσκει επιτέλους λύση στο ζήτημα που τον βασάνιζε τόσο καιρό». Σε ένα από τα πιο δημοφιλή αθλητικά site η είδηση καλύφθηκε ως εξής: «ο Steph Curry έπιασε πολύ κόσμο απροετοίμαστο με την αποκάλυψη που έκανε για το πρόβλημα στην όραση του» (Καρφής, 2019). Έπειτα, ο αρθρογράφος τονίζει την αποκατάσταση της όρασης του με ειδικούς φακούς επαφής και καταλήγει στην ακόλουθη υπόθεση: «Σκεφτείτε δηλαδή να μην είχε και πρόβλημα όλα αυτά τα χρόνια… πως θα σούταρε!». Στο τελευταίο άρθρο που θα αναφερθώ, με τίτλο «Ο Curry αποκάλυψε πως έπαιζε με πρόβλημα στην όραση εδώ και χρόνια» επαναλαμβάνεται η ανάλυση του «απίστευτου γεγονότος» με τη φράση «Κι όμως ο καλύτερος σουτέρ στον κόσμο δεν έβλεπε μέχρι πρότινος καθαρά» και τίθεται μια υπόθεση που έχει μελλοντικό προσανατολισμό: «Αν έφτασε δικαίως να θεωρείται ο κορυφαίος σουτέρ στην ιστορία του NBA έχοντας προβλήματα στην όραση του, σκεφτείτε τι μπορεί να καταφέρει τώρα που βλέπει πεντακάθαρα… » (Σπορ-FM, 2019).
Μετά την ανακοίνωση του Steph Curry, ο αθλητικός κόσμος αναταράχθηκε και διάφορα άρθρα αναρτήθηκαν σε αθλητικά site και στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, τα οποία παρουσιάζουν την ανακοίνωση, αναλύουν την πάθηση και τα συμπτώματα της και θέτουν ερωτήματα για το πως είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο και επικεντρώνοντας στην αποκατάσταση της όρασης του αθλητή, έστρεφαν το βλέμμα τους στα μελλοντικά του επιτεύγματα.
Εκκινώντας από τα αισθήματα «σοκ» που προκαλεί η είδηση, κατανοούμε την «α- διανόητη» σύνδεση αιτίου και αιτιατού που συγκροτείται τη στιγμή της πρώτης εντύπωσης. Το αίτιο (μη διαυγής όραση) δεν μπορεί να προκαλέσει το αιτιατό (ευστοχία/κατάρριψη ρεκόρ) και με αυτόν τον τρόπο το υποκείμενο που δρα ανάγεται σε μια οντότητα «εξωκοσμική». Η συσχέτιση της σωματικής αρτιότητας με την αποτελεσματικότητα μας επιβεβαιώνει μια εννοιολογική ιστορία ουσιοκρατικών ταυτίσεων και ηθικών συναρμογών, που διαμορφώνουν το «διανοητό» και το «αδιανόητο» υπόβαθρο των όρων της υγείας, της ασθένειας και της αναπηρίας. Ο McRuer ακολουθώντας το Oxford English Dictionary, παραθέτει τις σημασίες της έννοιας του ικανού σώματος (able bodied) που ορίζεται ως «το να έχεις ένα ικανό σώμα». Η καθαρή αυτή ταυτολογία ακολουθείται από την εξής αλληλουχία σημασιών:
«κάποιος που είναι απαλλαγμένος από φυσικές αναπηρίες και είναι ικανός για σωματικές ασκήσεις […]», «αυτός που πραγματώνει τη σωματική υγεία, ο εύρωστος». Μια σημαντική εννοιολόγηση της ικανής σωματικότητας που ο McRuer αποδίδει την απαρχή της στις αντιλήψεις του 19ου αιώνα, εποχή ορόσημο του βιομηχανικού καπιταλισμού, αποτελεί η ικανότητα για εργασία. Με τη σειρά της η ικανότητα για εργασία εμπλέκει τα σώματα των εργατών/εργαζομένων στην διαδικασία της παραγωγής και της εξαγωγής ενός αποτελέσματος. Η αρτιμέλεια θεωρήθηκε επιβεβλημένη συνθήκη της ολοκληρωμένης διαδικασίας παραγωγής και κάθε είδους ασθένεια ή αναπηρία, στοιχεία που έθεταν σε πιθανό κίνδυνο τα αποτελέσματα της εργασίας.
Ένα σύστημα που επωμίζεται την «ευθύνη» για την εκφορά και καθολικοποίηση αντιλήψεων ικανής/ υγειούς και ανίκανης/ ασθενούς σωματικότητας, καθίσταται η βιοϊατρική. Η ασθένεια εμφανίζεται ως ανισορροπία μεταξύ των δύο αυτών περιοχών και η παθολογικοποίηση του ασθενούς σώματος κερδίζει έδαφος, ταυτιζόμενο με αυτό που επιφέρει πόνο, φθορά και θάνατο, αυτό που απειλεί τις συνθήκες ανάπτυξης της ζωής. Στεκόμενος κριτικά στην προσέγγιση της ασθένειας ως αντίθετης συνθήκης σε σχέση με τη ζωή, ο M. Foucault στις παρακάτω διαπιστώσεις:
«[…] η τάξη της ασθένειας είναι απλώς «ξεπατίκωμα» του κόσμου της ζωής: οι ίδιες δομές επικρατούν και στις δύο περιπτώσεις, οι ίδιες μορφές κατανομής, η ίδια διάταξη. Η ορθολογικότητα της ζωής είναι ταυτόσημη με την ορθολογικότητα εκείνου που την απειλεί. Ζωή και ασθένεια δεν σχετίζονται μεταξύ τους όπως η φύση με το «παραφύσιν» αλλά μέσα σε μια φυσική τάξη που τους είναι κοινή, εφαρμόζουν η μία μέσα στην άλλη και αλληλοεπικαλύπτονται […]» (Φουκώ, 2012).
Η γνώση που παράγεται και για τη ζωή αλλά και για την ασθένεια τοποθετεί την ιατρική σε θέση εξουσίας. Οι ταξινομήσεις και οι κατηγοριοποιητικές ομαδοποιήσεις που καταγράφουν την βιολογική ποικιλότητα ως απόκλιση, εγκαινιάζονται τον 18ο αιώνα με τη γέννηση της κλινικής και συντελούν στην κοινωνική κατηγοριοποίηση και υποβάθμιση των «παρεκκλινόντων σωμάτων» όπως οι ανάπηροι και οι ασθενείς. Ταυτόχρονα τα «σώματα» αυτά περιορίζονται χωρικά στα πλαίσια κλινικών και ασύλων απεμπολίζοντας τα από το κοινωνικό περιβάλλον τους. Το φυσικό σώμα τίθεται υπό επεξεργασία ως φυσικοποιημένο προϊόν σχηματισμών ιατρικού κυρίως λόγου και σχέσεων εξουσίας (Butler, 2008). Συνεπώς το «ικανό» σώμα του αθλητή, στα νεοφιλελεύθερα συγκείμενα, υλοποιείται μέσα από την ενσώματη αναπαραγωγή της βιολογικής του σύστασης, που μπορεί να βελτιώνεται συνεχώς μέσω της εξέλιξης της ιατρικής τεχνολογίας. Η σημασία που αποδίδεται στις ικανές (κανονικές) σωματικότητες κατανοείται στο επίπεδο που αυτές φαίνεται να αναπαράγουν τις νόρμες του ηγεμονικού, εξουσιαστικού λόγου και να συμβολοποιούνται ως ιδανικά ενσώματα υποκείμενα του φαντασιακού ιδεώδους του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Ο Curry μέσω της δημόσιας αποσιώπησης της «τρωτής» όρασης του, τοποθετεί την ασθένεια στο ιδιωτικό και ατομικό, αποφεύγοντας την ταύτιση που πιθανότατα θα προκαλούσε η «προβληματική» όραση του με τις πιθανές μειωμένες επιδόσεις του. Η χρονική στιγμή της αποκάλυψης, καθίσταται σημαντική, καθώς έπεται της «λύσης», που αποκαθιστά το χρόνιο ζήτημα. Τα δημόσια γραφικά σχόλια που έπονται, τα οποία αντιστοιχίζουν τα ποσοστά ευστοχίας τονίζοντας την διάκριση «Curry με πρόβλημα όρασης» έναντι «Curry με φακούς επαφής», επιβεβαιώνουν την ορθή επιλογή της χρονικής στιγμής της ανακοίνωσης. Ο καταναγκασμός γίνεται φανερός στο σημείο αυτό: «σε ένα σύστημα που προβάλλεται ως ανοιχτό και προτάσσει την ελεύθερη επιλογή ως δικαίωμα, στην ουσία υπάρχει μία και μοναδική επιλογή, του δρόμου του ετεροκανονικού, ικανού σώματος» (McRuer, 2006). Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν η αποκάλυψη γινόταν πριν την αποκατάσταση, η έκβαση ίσως θα ήταν εντελώς διαφορετική. Το σίγουρο είναι ότι ο Curry καταφέρνει, μέσω των συνεχών καταφατικών απαντήσεων στις εγκλήσεις της εξουσίας, να επανατροφοδοτεί το ηγεμονικό σύστημα ικανής σωματικότητας και να επικυρώνει την δική του εντός της νόρμας και της αδιάληπτης προσπάθειας πραγμάτωσης του ιδανικού της.
Η αρτιμέλεια όμως παρόλα αυτά δεν συνιστά το μοναδικό συστατικό ενίσχυσης της κυρίαρχης νόρμας. Όπως θα φανεί και στο επόμενο παράδειγμα «αθλητικής ικανότητας» η ηλικία καθίσταται ένα ηγεμονικό πλαίσιο αναφοράς.

Μετάβαση στο περιεχόμενο