Αναπηρία και αθλητισμός: Λόγοι και νοηματοδοτήσεις του ικανού και του ανάπηρου σώματος στον σύγχρονο αθλητισμό – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Κρυσταλίας Μπλιαχούτα – ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ» – Μέρος 4ο

Μάι 19, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κεφάλαιο Δεύτερο

Το ικανό σώμα υπό εξέταση

Σε μία προσπάθεια κριτικής αποτίμησης του σύγχρονου αθλητισμού στο κεφάλαιο αυτό επαναπροσδιορίζεται η αναλυτική ματιά, στρεφόμενη στην ετεροσουξαλικότητα (ΜcRuer, 2006), στην προνομιακή λευκότητα (Fouche, 2012) και στην ικανή λειτουργικότητα (Davis, 2013). Πριν όμως αναλυθούν συγκεκριμένες περιπτώσεις αθλητών και τα καθεστώτα μέσα στα οποία εικονοποιείται το «ορθό και το κανονικό», κρίνεται αναγκαία η παρουσίαση κοινότυπων και φυσικοποιημένων λόγων (9) που διαχέονται στην κοινωνία μέσω του αθλητισμού.
Ένας από τους ευρέως γνωστούς λόγους, ο οποίος εντοπίζετε από πολλούς ακαδημαϊκούς και πολιτικούς ακτιβιστές της αριστερής διανόησης, και εκφέρεται από τους επίσημους φορείς αποτελεί ο «λόγος περί ουδετερότητας» του αθλητισμού σε σχέση με την πολιτική (Piercey, 2016). Ο αθλητισμός προβάλετε ως απόλυτα διακριτός από την κοινωνία, την πολιτική και συχνά από τον πολιτισμό, αν και πολλές φορές συνυπολογίζεται από τους κρατικούς φορείς ως πολιτισμική πρακτική. Το ασυμβίβαστο όμως στη σχέση μεταξύ πολιτικής και αθλητισμού φαίνεται να αποτελεί μια προγραμματική δήλωση. Η εμπλοκή αυτών των δύο θεσμών δεν εντοπίζεται μόνο σε ό,τι αφορά τη σχέση του αθλητισμού με το πολιτικοοικονομικό σύστημα και την εμπορευματοποίηση αλλά και την πλήρη ταύτιση του με μηχανισμούς εξουσιαστικού ελέγχου που δημιουργούν ιδιαίτερα «σωματικά καθεστώτα» (bodily regimes) (Louis, 2004). Μία τέτοιου είδους θέση εκφράστηκε για πρώτη φορά από την κριτική θεωρία του αθλητισμού, ένα νεομαρξιστικής και φροϋδομαρξιστικής έμπνευσης ρεύμα στα πλαίσια της Γαλλικής κοινωνιολογίας (Φουρναράκη, 2004). Υπό την επίδραση του κινήματος του Μάη του ΄68, το ριζοσπαστικό αυτό ρεύμα κατέτασσε τον αθλητισμό στις ποιο σκληρές και καταπιεστικές δομές ενσωμάτωσης των νέων στην κοινωνική ζωή και κατάφερε να από-ουδετεροποίησει τον αθλητισμό αποσταθεροποιώντας την θεσμική και κρατική δομή και λειτουργία του. Επιπλέον η σημαντικότερη συμβολή του έγκειται στην ανάλυση του αθλητισμού ως απόρροια του βιομηχανικού καπιταλισμού και ως ένα πεδίο ιεραρχιών και εξουσιαστικών σχέσεων (Φουρναράκη, 2004 ). Δεν είναι όμως μόνο ο τρόπος που λειτουργεί ο αθλητισμός σε σχέση με την πολιτική εξουσία που ασκεί. Οι κυρίαρχες αξίες που παράγονται μέσω των σωμάτων των αθλητών δεν ταυτίζονται με κανένα τρόπο με τα ιδανικά της «αυθεντικής επίδοσης» και της απλής αποχρωματισμένης υγιούς δράσης. Οι σύγχρονοι αθλητές και κυρίως οι παγκόσμιοι σούπερ σταρ του αθλητισμού προωθούν μέσω της ενσώματης αθλητικής τους δραστηριότητας τα οικονομικά συμφέροντα μεγάλων εταιριών και γίνονται φωτεινά παραδείγματα όχι μόνο της επιτυχίας του καπιταλιστικού συστήματος αλλά και ενός ορθού σωματικού προτύπου. Αυτό επιτυγχάνεται και με μια βαθιά ιστορική σύνδεση του καπιταλισμού με την ιατρική επιστήμη. Η Puar (2013), εξηγεί χαρακτηριστικά πως ο καπιταλισμός και η ιατρικοποίηση πηγαίνουν χέρι – χέρι στην διαδικασία παθολογικοποίησης των σωμάτων (κυρίως των ανάπηρων) και εισάγει τον όρο «φιλελεύθερη ευγονική του προγραμματισμού του τρόπου ζωής» (Liberal eugenics of life style programming) θέλοντας να τοποθετηθεί ως προς τις αναδυόμενες απαιτήσεις που επιβάλουν οι νεοφιλελεύθερες διακηρύξεις της υγείας, της εξουσίας και της ελεύθερης επιλογής: «… στα πλαίσια του νεοφιλελευθερισμού όλα τα σώματα αξιολογούνται σε σχέση με την επιτυχία ή την αποτυχία τους υπό τους όρους της υγείας του πλούτου, της αυξανόμενης παραγωγικότητας, της ανοδικής κινητικότητας και της ενισχυμένης ικανότητας (10)…» (Puar, 2013). Αυτός ο «υποβιβασμός» τους αθλητισμού από μια ψυχαγωγική δραστηριότητα του ελεύθερου χρόνου σε ψυχαγωγικό πολιτισμό της show biz, δίνει έμφαση στους μεμονωμένους σταρ (individual stars). Η αθλητική μορφή των προπολεμικών χρόνων υποκαθίσταται από τους αθλητές celebrities, που λαμβάνουν μέρος σε μία πλέον παγκόσμια βιομηχανία αθλητισμού (Rahman, 2011). Όπως θα δούμε και στην πρώτη περίπτωση που θα εξετάσουμε όλοι αυτοί οι λόγοι αναταράσσονται και αναπαρίστανται και ακολούθως επιτελείται με ένταση η κυρίαρχη νόρμα.

9Ένας από τους λόγους που επικρατεί και στα ελληνικά αθλητικά δεδομένα είναι αυτός κατά τον οποίο κάποιος/κάποια είναι είτε σωματικά ικανός/ικανή είτε διανοητικά προικισμένος/προικισμένη, αντίληψη η οποία δεν είναι «απλά μια ιστορική ανωμαλία της φιλοσοφικής και επιστημονικής γνώσης αλλά αποδεικνύει συγκεκριμένες (φιλετικοποιημένες) αφηγήσεις που υπάρχουν μεταλλαγμένες στο σύγχρονο πολιτιστικό μας λεξιλόγιο […]» (Louis, 2004). Ο λόγος αυτός παρατηρείται σε μεγάλο βαθμό όταν παρουσιάζονται ή σχολιάζονται οι επιδώσεις έγχρωμων αθλητών σε σχέση με αυτές των λευκών.
10Η Puar (2013) πέραν της κριτικής της στο νεοφιλελεύθερο και καπιταλιστικό σύστημα, στο έργο της εγείρει ζητήματα ορολογίας της ικανότητας. Για την ίδια ο όρος ικανότητα (capacity) εννοιολογείται ως καθολικός καθώς όλα τα σώματα την διαθέτουν. Το ερώτημα συνοψίζεται όμως στο «ποια είναι αυτά τα σώματα;» (Inckle, 2015). Εν προκειμένω για να άρει το δίπολο ικανότητας/ανικανότητας προτείνει τον όρο σωματική αν- ικανότητα (bodily debility)

Μετάβαση στο περιεχόμενο