Αυτο-αποτελεσματικότητα και αντιλήψεις προπονητών δρομικών αγωνισμάτων σχετικά με την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε ομάδες στίβου με αθλητές χωρίς αναπηρία – Διπλωματική εργασία της Μπουκουρίτσι Αθηνάς – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – Μέρος 4ο

Δεκ 4, 2025 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αυτο-αποτελεσματικότητα και αντιλήψεις προπονητών δρομικών αγωνισμάτων σχετικά με την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε ομάδες στίβου με αθλητές χωρίς αναπηρία – Διπλωματική εργασία της Μπουκουρίτσι Αθηνάς – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – Μέρος 4ο

 

2.2.        Αμβλυωπία – Τύφλωση

 

Η αμβλυωπία και η τύφλωση αποτελούν δύο μορφές διαταραχών της όρασης, με ουσιώδεις διαφορές ως προς τα αίτια και την έκταση της οπτικής απώλειας. Η αμβλυωπία, η οποία μπορεί να οφείλεται σε στραβισμό, συγγενή καταρράκτη ή διαθλαστικές ανωμαλίες, αφορά σε μερική μείωση της όρασης, που συχνά επηρεάζει μονόπλευρα ή και αμφοτερόπλευρα, χωρίς εμφανείς μορφολογικές βλάβες στο μάτι (Κοκαρίδας, 2021). Η διαταραχή αυτή σχετίζεται με ανεπαρκή ή μη φυσιολογική επεξεργασία των οπτικών ερεθισμάτων από τον εγκέφαλο, κατά την κρίσιμη περίοδο της ανάπτυξης της όρασης, η οποία εκτείνεται συνήθως έως την ηλικία των 7–9 ετών. Αν η διάγνωση καθυστερήσει, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι μη αναστρέψιμες. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατή η μερική αποκατάσταση μέσω θεραπευτικών παρεμβάσεων που αξιοποιούν τη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου, δηλαδή την ικανότητά του να προσαρμόζεται και να αναδομείται (Sengpiel, 2014).

Αντίθετα, στην περίπτωση της τύφλωσης, η οπτική οξύτητα μειώνεται δραστικά, κάτω από το 1/20 της φυσιολογικής τιμής, ακόμη και με χρήση διορθωτικών μέσων (Κοκαρίδας, 2021). Ωστόσο, απόλυτη απώλεια φωτεινής αντίληψης παρατηρείται μόνο σε ένα μικρό ποσοστό (~10%) των ατόμων με τύφλωση. Η πλειονότητα διατηρεί κάποια μορφή φωτεινής ή κινητικής αντίληψης (Παντελιάδου, 2004), η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί με την κατάλληλη εκπαίδευση και υποστηρικτική τεχνολογία – όπως οπτικά βοηθήματα, φωνητικοί οδηγοί ή συσκευές ανάγνωσης (Senjam et al., 2023).

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO, 2006) κατατάσσει την όραση σε τέσσερα επίπεδα: φυσιολογική, μέτρια εξασθένιση, σοβαρή εξασθένιση και τύφλωση. Οι δύο ενδιάμεσες κατηγορίες εντάσσονται στον όρο «χαμηλή όραση», ενώ η τύφλωση εντάσσεται στην κατηγορία των οπτικών αναπηριών. Αυτή η ταξινόμηση καθορίζει το βαθμό των παρεμβάσεων που απαιτούνται για την υποστήριξη των ατόμων, τόσο σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα όσο και στην καθημερινή τους λειτουργικότητα. Ο προσδιορισμός του επιπέδου αναγκών είναι κρίσιμος για τον σχεδιασμό ουσιαστικών πολιτικών ένταξης και ενδυνάμωσης (Miyauchi, 2020).

Η αιτιολογία της τύφλωσης ποικίλλει σημαντικά, ανάλογα με την ηλικία έναρξης και το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο. Σε αναπτυγμένες χώρες, η τύφλωση προκύπτει κυρίως από εκφυλιστικές και μεταβολικές παθήσεις, ενώ σε φτωχότερες περιοχές αποδίδεται συχνά σε λοιμώξεις, διατροφικές ελλείψεις ή έλλειψη πρόσβασης σε βασικές ιατρικές υπηρεσίες (Olitsky, Hug & Smith, 2011). Προγράμματα προληπτικού ελέγχου και οφθαλμολογικής φροντίδας από την πρώιμη παιδική ηλικία έχουν αναγνωριστεί ως βασικά εργαλεία για τη μείωση των ποσοστών τύφλωσης σε παγκόσμια κλίμακα (Santos- Bueso et al., 2015).

Τα πρώιμα σημάδια οπτικής διαταραχής περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ευαισθησία στο φως, συχνό τρίψιμο των ματιών, στραβισμό, δυσκολία εστίασης, καθώς και δυσκολίες στην εκτίμηση αποστάσεων, την ισορροπία και την αναγνώριση χρωμάτων (Κοκαρίδας, 2021). Η έγκαιρη αναγνώριση τέτοιων ενδείξεων είναι ζωτικής σημασίας, καθώς η απουσία διάγνωσης ενδέχεται να οδηγήσει σε καθυστερήσεις τόσο στη μαθησιακή όσο και στην κοινωνική και κινητική ανάπτυξη (Keil, Fielder, & Sargent, 2017).

Τα παιδιά με ολική ή μερική απώλεια όρασης αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη σωματική αντίληψη, καθώς η όραση είναι στενά συνδεδεμένη με την ισορροπία και τον προσανατολισμό στο χώρο. Η έλλειψη οπτικών ερεθισμάτων καθιστά την κίνηση ανασφαλή και συχνά συνοδεύεται από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η όραση, σε συνεργασία με το αιθουσαίο και ιδιοδεκτικό σύστημα, επιτρέπει στον εγκέφαλο να επεξεργάζεται πληροφορίες σχετικά με το σώμα και το περιβάλλον, διευκολύνοντας τη σταθερότητα και τον κινητικό έλεγχο (Pereira, 1990· Pfeiffer, Serino, & Blanke, 2014).

Για την ενίσχυση της κινητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, κρίνεται αναγκαία η συμμετοχή των παιδιών με τύφλωση σε εξειδικευμένα προγράμματα άσκησης. Τα προγράμματα αυτά στοχεύουν στη βελτίωση της αδρής κινητικότητας, του προσανατολισμού, της ισορροπίας και της αντίληψης του χώρου, ενώ αξιοποιούν απτικά και ηχητικά ερεθίσματα για αποτελεσματικότερη καθοδήγηση (Κουτσούκη et al., 2011· Carey, 2009· Auxter, 2001). Ταυτόχρονα, ενισχύεται η αυτονομία των παιδιών μέσω δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τις δεξιότητες καθημερινής ζωής (Rutkowska et al., 2015).

Παράλληλα με τις φυσικές προκλήσεις, τα παιδιά με αμβλυωπία ή τύφλωση αντιμετωπίζουν συχνά και συναισθηματικές δυσκολίες. Η έλλειψη κοινωνικής αποδοχής, η απομόνωση ή η υποτίμηση των ικανοτήτων τους μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα άγχους και χαμηλή αυτοπεποίθηση. Η υποστήριξη της οικογένειας, του σχολείου και ειδικών ψυχικής υγείας είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής τους ευημερίας. Η πρώιμη παρέμβαση, η προώθηση της ενταξιακής εκπαίδευσης και η ενίσχυση της αυτό-εικόνας είναι καθοριστικά στοιχεία για τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού πλαισίου, το οποίο συμβάλλει θετικά στην ποιότητα ζωής και την κοινωνική ένταξη των παιδιών με οπτική αναπηρία (Pinquart & Pfeiffer, 2013).

Μετάβαση στο περιεχόμενο