Αυτο-αποτελεσματικότητα και αντιλήψεις προπονητών δρομικών αγωνισμάτων σχετικά με την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε ομάδες στίβου με αθλητές χωρίς αναπηρία – Διπλωματική εργασία της Μπουκουρίτσι Αθηνάς – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – Μέρος 2ο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η συνύπαρξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες με τα άτομα χωρίς λειτουργικές ή κινητικές δυσκολίες είναι η αρχή της ένταξης όλων με ισότιμες ευκαιρίες. Η ένταξη ατόμων με αναπηρία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 και αναφέρεται στην πλήρη ενσωμάτωση του ατόμου , τόσο σε φυσικό όσο και σε κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο , αρχικά σε χώρους μάθησης και φυσικής δραστηριότητας μαζί με άτομα χωρίς αναπηρίες, και στη συνέχεια στην ευρύτερη κοινωνία, διασφαλίζοντας ότι όλοι έχουν τις ίδιες δυνατότητες συμμετοχής στην άσκηση. Το κίνημα της ένταξης μπορεί να εκφράζεται είτε ως πλήρης συμμετοχή του ατόμου σε κοινά πλαίσια, ανεξάρτητα από το βαθμό της αναπηρίας του, είτε ως επιλογή του πιο κατάλληλου εκπαιδευτικού περιβάλλοντος κάθε φορά, με βάση τις ιδιαίτερες ικανότητές του (Κοκαρίδας, 2021).
Σήμερα, οι αθλητικοί χώροι πέρα από το σχολικό περιβάλλον της φυσικής αγωγής έχουν κατακτήσει την πρωτεύον επιλογή του αθλητή με αναπηρία και συνδέονται μέσα από τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες σε συνηθισμένα – μη εξειδικευμένα – αθλητικά πλαίσια άσκησης (Κοκαρίδας, 2021). Αν και η φυσική αγωγή και ο αθλητισμός ως όροι είναι συγκριτικά ταυτόσημοι αλλά και διαφορετικοί.
Μια διαφορά τους είναι ότι τα αθλήματα αναφέρονται στην ατομική προτίμηση κάθε παιδιού ή νέου ατόμου με αναπηρία να συμμετέχει σε ένα περιβάλλον προσωπικής επιλογής του αθλήματος που του αρέσει, ενώ στην εκπαίδευση το παιδί τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο ένταξης από άλλους επαγγελματίες της εκπαίδευσης. Ωστόσο, από συγκριτική άποψη, η φυσική αγωγή και ο αθλητισμός περιλαμβάνουν τόσο τις έννοιες της πρόσβασης όσο και της συμμετοχής σε περιβάλλοντα άσκησης, οπότε και οι δύο όροι σχετίζονται εξίσου με την ένταξη (Winnick & Poretta, 2016).
Κατά την διάρκεια μιας προπόνησης είναι πιθανό οι αθλητές με αναπηρία να αντιμετωπίσουν δυσκολίες όπως η έλλειψη προσβασιμότητας αλλά και την έλλειψη της κοινωνικής στήριξης ενώ λιγότερα σχετικά προγράμματα ως τώρα παρέχουν ευκαιρίες για αθλητική συμμετοχή σε αθλητές με αναπηρία οποιασδήποτε φύσης σε σύγκριση με αθλητές με ειδικές ανάγκες (Bossink et al., 2017). Παρά τις δυσκολίες, όλο και περισσότεροι άνθρωποι με αναπηρία συμμετέχουν στον αθλητισμό τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα η συμμετοχή ατόμων με αναπηρία σε αθλητικά περιβάλλοντα έχει θετικά αποτελέσματα παρά τις δυσκολίες. Με την κατάλληλη υποστήριξη, η ένταξή τους μπορεί να είναι επιτυχής, χωρίς να επηρεάζει αρνητικά τους συμμαθητές τους χωρίς αναπηρία. Επιπλέον, οι αθλητές τείνουν να δείχνουν θετική διάθεση προς τα άτομα με αναπηρία, ενισχύοντας την κοινωνική επαφή και την αποδοχή τους από το σύνολο (O’Connor, Olds & Maughan, 2007).
Αναπόσπαστο κομμάτι του αθλητισμού είναι ο στίβος καθώς εξελίσσει το άτομο τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Στο πεδίο του στίβου μπορεί ο αθλητής με και χωρίς αναπηρία να διδαχτεί πειθαρχία, ομαδικότητα και να εξελίσσει τις κοινωνικές δεξιότητες του. Ο αθλητής δεν επιδιώκει μόνο να κερδίσει, αλλά και να αναδείξει τις δεξιότητές του και να ενστερνιστεί τις αξίες που μαθαίνει μέσα από τον αθλητισμό (Μίχος, 2022). Ο στίβος προσφέρει σημαντικά ψυχολογικά οφέλη, συμβάλλοντας στη μείωση του άγχους και του στρες μέσω της παραγωγής ενδορφινών, οι οποίες βελτιώνουν τη διάθεση. Παράλληλα, ενισχύει την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση, καθώς οι αθλητές με ή χωρίς αναπηρία θέτουν και πετυχαίνουν προσωπικούς στόχους. Η πειθαρχία και η συγκέντρωση που απαιτείται στις προπονήσεις καλλιεργούν την υπομονή και την ανθεκτικότητα απέναντι στις δυσκολίες. Επιπλέον, η κοινωνικοποίηση μέσα από τις προπονήσεις και τους αγώνες προάγει την ευγενή άμιλλα και τη συνεργασία. Συνολικά, ο στίβος λειτουργεί ως ένα ισχυρό εργαλείο για την ενίσχυση της ψυχικής ευεξίας και την προώθηση της προσωπικής εξέλιξης (Matiz et al., 2025).
Παράλληλα ο αθλητής ασκείται καλλιεργώντας έτσι την φυσική του κατάσταση μαθαίνοντας να υπηρετεί έναν υγιή τρόπο ζωής. Ο στίβος συμβάλλει στην καλή σωματική υγεία, καθώς γυμνάζει ισορροπημένα όλες τις μυϊκές ομάδες, ενώ παράλληλα βελτιώνει την καρδιοαναπνευστική λειτουργία, την αντοχή και τη δύναμη του αθλητή. Ταυτόχρονα, βοηθάει στην αύξηση της μυϊκής μάζας και στον έλεγχο του σωματικού λίπους, προλαμβάνει την υπανάπτυξη κάποιων μυών. Επίσης, βελτιώνει τη στάση του σώματος και τη λειτουργία των αρθρώσεων (USA Track & Field, 2014). Επιπροσθέτως, οι ασκήσεις δύναμης, όπως οι ρίψεις και τα άλματα, συμβάλλουν στην ανάπτυξη της μυϊκής δύναμης και της ευλυγισίας, η τακτική ενασχόληση μειώνει τον κίνδυνο τραυματισμών και χρόνιων παθήσεων, όπως η οστεοπόρωση και ο διαβήτης, προάγοντας συνολικά μια υγιή και ενεργή ζωή (Jing, Wang & Mee-Seong, 2025).
Από όλες τις αναπηρίες, η τύφλωση οξύνει τις δυσκολίες εκτέλεσης αθλητικών δραστηριοτήτων στο πεδίο του στίβου με διαφορές πρόσβασης και συμμετοχής να διακρίνονται ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες (Αγγελοπούλου-Σακαντάμη, 2004). Η έλλειψη όρασης δυσκολεύει την νοητική ανάπτυξη καθώς ελαχιστοποιούνται τα οπτικά ερεθίσματα καταλήγοντας στην ελλιπής ή και μη κατανόηση τους. Παράλληλα, όσον αφορά την γλωσσική εξέλιξη παρουσιάζει καθυστερήσεις, όπως προβλήματα στην προφορά, συντακτικά λάθη και αναγνώριση διαφορών, κυρίως λόγω της αδυναμίας ταυτόχρονης οπτικής και ακουστικής καταγραφής. Τα τυφλά παιδιά αντιμετωπίζουν καθυστέρηση στην κατανόηση κειμένων σε σχέση με τα παιδιά που βλέπουν (Νάννου, 2017).
Η απώλεια όρασης επηρεάζει σημαντικά τα άτομα, προκαλώντας προκλήσεις όπως απώλεια οικονομικής ασφάλειας, κοινωνική εξάρτηση και περιορισμένες ευκαιρίες στην εκπαίδευση. Αυτές οι δυσκολίες πλήττουν τα άτομα με τύφλωση, ενώ προκαλούν και ψυχολογικά προβλήματα, όπως περιθωριοποίηση, απομόνωση και κατάθλιψη (Λάζου, 2019). Αναμφίβολα, οι τυφλοί αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην επικοινωνία και την κοινωνική εμπειρία εξαιτίας της μειωμένης κινητικότητας και της απουσίας οπτικής παρακολούθησης. Η αντίληψη των άλλων για τις ικανότητές τους συχνά είναι λανθασμένη, επηρεάζοντας την αυτοεκτίμησή τους και δημιουργώντας στάσεις υπερπροστασίας ή υποτίμησης (Τσιναρέλης, 2005).
Οι οπτικές διαταραχές επηρεάζουν την ανάπτυξη και τις δεξιότητες αθλητισμού, τα άτομα με προβλήματα όρασης φτάνουν σε σημαντικά ορόσημα σε μεγαλύτερη ηλικία σε σύγκριση με εκείνα που έχουν φυσιολογική όραση (Ponchillia et al., 2002). Προκύπτουν επίσης αλλαγές στη στάση του σώματος και στον τονικό έλεγχο, λόγω έλλειψης οπτικών ερεθισμάτων ή αισθητικών προτύπων. Επιπλέον, παρατηρούνται διαφορές στο βάδισμα, λόγω περιορισμένης οπτικής πληροφόρησης και φόβου κατά την κίνηση σε διάφορα περιβάλλοντα. (Kurtoglu, 2022; Aleksandrovic, 2018; Νάννου, 2017; Ponchillia et al., 2002).
Βάσει ερευνών, τα άτομα με προβλήματα όρασης συχνά αναπτύσσουν αυξημένη αίσθηση ακοής και αφής, γεγονός που τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους με διαφορετικό τρόπο. Επιπλέον, η έλλειψη όρασης μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της ικανότητας προσανατολισμού και κινητικότητας, καθώς τα άτομα αναπτύσσουν στρατηγικές για να περιηγηθούν στον χώρο με ασφάλεια (Loomis et al., 1993).
Τα τελευταία χρόνια, ασκούμενοι με τύφλωση επιλέγουν ολοένα και περισσότερο την ενασχόλησή τους με αγωνίσματα του στίβου, με ορισμένους από αυτούς μάλιστα να διαπρέπουν σε παγκόσμιο επίπεδο. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο Νάσος Γκαβέλας, χρυσός Ολυμπιονίκης των 100μ (Τ11) στους Παραολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού. Είναι δεδομένο επομένως, ότι τα επόμενα χρόνια ολοένα και περισσότεροι προπονητές στίβου θα έλθουν σε επαφή με ασκούμενους με προβλήματα όρασης. Αυτό δημιουργεί πολλές προκλήσεις οι οποίες εξαρτώνται από τη στάση των προπονητών να δεχθούν ασκούμενους με τύφλωση στην ομάδα τους. Παρόλα αυτά, μια επισκόπηση της βιβλιογραφίας έχει αποκαλύψει ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη καταγραφή των αντιλήψεων προπονητών στίβου στην Ελλάδα όσον αφορά αθλητές με τύφλωση παρόλο που η συμμετοχή των αθλητών στίβου με τύφλωση αυξάνεται και υπήρξαν και ανώτατες διακρίσεις σε Παραολυμπιακό επίπεδο.
Σκοπός αυτής της έρευνας ήταν να εξετάσει τις απόψεις των προπονητών στίβου στα αγωνίσματα δρόμου σχετικά με την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε ομάδες εκπαίδευσης μαζί με αθλητές χωρίς αναπηρία, καθώς και τη σχέση αυτών των απόψεων με την αντιλαμβανόμενη αυτό-αποτελεσματικότητά τους ως αθλητές.
