Αυτο-αποτελεσματικότητα και αντιλήψεις προπονητών δρομικών αγωνισμάτων σχετικά με την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε ομάδες στίβου με αθλητές χωρίς αναπηρία – Διπλωματική εργασία της Μπουκουρίτσι Αθηνάς – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – Μέρος 12ο

Δεκ 8, 2025 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αυτο-αποτελεσματικότητα και αντιλήψεις προπονητών δρομικών αγωνισμάτων σχετικά με την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε ομάδες στίβου με αθλητές χωρίς αναπηρία – Διπλωματική εργασία της Μπουκουρίτσι Αθηνάς – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ – Μέρος 12ο

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

 

Σκοπός αυτής της έρευνας ήταν να εξετάσει τις απόψεις των προπονητών στίβου στα αγωνίσματα δρόμου σχετικά με την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε ομάδες εκπαίδευσης μαζί με αθλητές χωρίς αναπηρία, καθώς και τη σχέση αυτών των απόψεων με την αντιλαμβανόμενη αυτό-αποτελεσματικότητά τους ως αθλητές.

Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης αναδεικνύουν ότι οι προπονητές στίβου γενικά υιοθετούν θετικές στάσεις απέναντι στην ένταξη αθλητών με τύφλωση και εμφανίζουν υψηλά επίπεδα αντιλαμβανόμενης αυτό-αποτελεσματικότητας ως προς την προπονητική σε ένα συμπεριληπτικό πλαίσιο (Hutzler et al., 2019). Το εύρημα αυτό είναι ενθαρρυντικό και συνάδει με διεθνείς μελέτες που καταγράφουν παρόμοια θετική διάθεση και υψηλή εμπιστοσύνη ικανοτήτων μεταξύ προπονητών ως προς την ένταξη αθλητών με αναπηρίες (Grimminger-Seidensticker & Seyda, 2022).

Ως πρώτο εύρημα, δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ των στάσεων των προπονητών και της αυτό-αποτελεσματικότητάς τους αν και στον διαφορετικό χώρο της εκπαίδευσης έχει αναφερθεί μια θετική σχέση μεταξύ των δύο μεταβλητών (Reina et al., 2019). Αυτό υποδηλώνει ότι η υποστήριξη της συμπερίληψης σε αθλητικό επίπεδο δεν μεταφράζεται απαραιτήτως σε ανάλογο ενδιαφέρον του προπονητή για την εφαρμογή της. Στις αθλητικές ομάδες, οι προπονητές ταυτίζουν συνήθως την αυτό-αποτελεσματικότητά τους με τις νίκες της ομάδας και όχι με την συμπερίληψη που δεν είναι το κύριο ζητούμενο σε αθλητικά πλαίσια ανταγωνισμού. Αυτό με τη σειρά του υπογραμμίζει πως οι δύο αυτές διαστάσεις (αντίληψη για την συμπερίληψη και προπονητική αυτό-αποτελεσματικότητα) λειτουργούν σχετικά ανεξάρτητα στον αγωνιστικό τομέα.

Ο παράγοντας που φάνηκε να επηρεάζει τις αντιλήψεις των προπονητών ήταν κυρίως η προηγούμενη εμπειρία τους με αθλητές με αναπηρία και ειδικότερα με αθλητές με προβλήματα όρασης (Choresh & Hutzler, 2020). Συγκεκριμένα, οι προπονητές του δείγματος της έρευνας που είχαν στο παρελθόν προπονήσει αθλητή με τύφλωση παρουσίασαν,  κατά  κανόνα,  θετικότερες  στάσεις  και  μεγαλύτερη  αυτόαποτελεσματικότητα σε σύγκριση με όσους δεν είχαν ανάλογη εμπειρία. Το εύρημα αυτό ενισχύει τη θέση ότι η άμεση επαφή και πρακτική τριβή με την ένταξη αθλητών με αναπηρία λειτουργεί ευεργετικά, αυξάνοντας τόσο την εξοικείωση όσο και την αυτοπεποίθηση του προπονητή (Antonella & Surian, 2022).

Πράγματι, ερευνητικά δεδομένα έχουν δείξει ότι όσο αυξάνεται η εμπειρία των προπονητών με αθλητές με αναπηρία, τόσο βελτιώνονται οι στάσεις τους και ενισχύεται η πρόθεσή τους να συμπεριλάβουν αθλητές με αναπηρία, εν μέρει διότι βελτιώνεται και η αντιλαμβανόμενη ικανότητά τους να τους προπονήσουν (Antonella & Surian, 2022). Γι’ αυτό το λόγο, η γενικότερη προπονητική προϋπηρεσία στο στίβο από μόνη της δεν διαφοροποίησε στατιστικά σημαντικά τις στάσεις ή την αυτό-αποτελεσματικότητα των προπονητών του δείγματος που δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία με αθλητές με αναπηρία. Αυτό με τη σειρά του δείχνει ότι δεν αρκούν τα πολλά χρόνια προπονητικής δραστηριότητας για να αναπτύξει ένας προπονητής τις αναγκαίες δεξιότητες και αυτοπεποίθηση για την ένταξη. Αντιθέτως, κρίσιμη είναι η ποιότητα της εμπειρίας και η έκθεση του προπονητή σε καταστάσεις πραγματικής συμπερίληψης (Alcaraz-Rodríguez et al., 2021).

Παρόμοια σημασία διαφαίνεται να έχει και η εκπαίδευση των προπονητών στην ειδική φυσική αγωγή και ένταξη (Hutzler et al., 2024). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, όσοι προπονητές είχαν παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια ή είχαν λάβει κάποια σχετική κατάρτιση στην προπόνηση ατόμων με αναπηρίες παρουσίασαν πιο ευνοϊκές στάσεις ως προς την ένταξη, συγκριτικά με εκείνους που δεν είχαν αντίστοιχη εμπειρία εκπαίδευσης. Η διαπίστωση αυτή συμφωνεί με τους Neville και συν. (2020) που έχουν ανέδειξαν ότι η κατοχή αυξημένων γνώσεων και θεωρητικής κατάρτισης συνδέεται με υψηλότερο αίσθημα ικανότητας – αυτό-αποτελεσματικότητας και θετικότερες στάσεις απέναντι στους αθλητές με αναπηρία. Ειδικότερα, η στοχευμένη εκπαίδευση όπως, η προσαρμοσμένη φυσική αγωγή ή άλλα σεμινάρια συμπεριληπτικής προπονητικής έχει βρεθεί ότι συμβάλλει στην καλλιέργεια πιο ευνοϊκών στάσεων των προπονητών, καθώς και στην ενίσχυση της αντιλαμβανόμενης ικανότητάς τους να διαχειριστούν πρακτικά ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει αθλητές με αναπηρίες. Με άλλα λόγια, η επαρκής γνώση φαίνεται να μειώνει τον φόβο του αγνώστου και να παρέχει στους προπονητές συγκεκριμένες στρατηγικές, κάνοντας την προοπτική της ένταξης πιο ρεαλιστική και εφαρμόσιμη στην καθημερινή προπόνηση (Haegele et al., 2021).

Στη συγκεκριμένη μελέτη δεν παρατηρήθηκε σημαντική επίδραση του φύλου

(προπονητή – προπονήτριας) στις στάσεις ή στην αυτό-αποτελεσματικότητα. Αυτό υποδηλώνει ότι άνδρες και γυναίκες προπονητές στίβου μοιράζονται παρόμοιες αντιλήψεις ως προς την ένταξη, ένα εύρημα που συμφωνεί με αποτελέσματα στον χώρο της εκπαίδευσης, όπου η αυτό-αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών φυσικής αγωγής δεν βρέθηκε να εξαρτάται από το φύλο (Avramidis & Kalyva, 2007). Στον χώρο του αθλητισμού, οι Alhumaid και συν. (2022) έδειξαν ότι ενδέχεται να παρατηρούνται διαφορές, με τους άνδρες προπονητές συχνά να εμφανίζονται πιο σίγουροι στον ρόλο του επικεφαλής σε ανταγωνιστικό περιβάλλον σε σύγκριση με τις γυναίκες, οι οποίες τείνουν να δραστηριοποιούνται περισσότερο σε προπονητικά πλαίσια επιπέδου μικρών ηλικιών. Στην παρούσα έρευνα, η μη ύπαρξη διαφορών βάσει φύλου πιθανώς αντικατοπτρίζει την ομοιογένεια του δείγματος ως προς την επαγγελματική εμπειρία στην προπονητική στίβου και υποδηλώνει ότι η θετική στάση και η αυτοπεποίθηση έναντι της ένταξης αποτελούν σχετικά γενικευμένα χαρακτηριστικά του κλάδου, ανεξαρτήτως φύλου.

Παρά τη γενικά θετική εικόνα που προκύπτει από τα ευρήματα, μια πιο κριτική αποτίμηση αναδεικνύει και ορισμένες ουσιαστικές προκλήσεις στην εφαρμογή της ένταξης. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ευνοϊκή στάση των προπονητών δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την πλήρη πρακτική ετοιμότητα για την υλοποίησή της. Όπως έχουν επισημάνει προηγούμενες μελέτες, πολλοί εκπαιδευτικοί και προπονητές δηλώνουν υπέρ της συμπερίληψης σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά διατηρούν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το πόσο είναι εφικτή η ένταξη στην καθημερινή πράξη, ιδίως όταν απουσιάζουν οι αναγκαίοι πόροι, η κατάλληλη υποδομή και η θεσμική υποστήριξη (Goodwin & Watkinson, 2000· Hutzler et al., 2019).

Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, οι προπονητές χωρίς προηγούμενη εμπειρία με άτομα με τύφλωση ενδέχεται να διατηρούν επιφυλάξεις ως προς το πώς μπορούν να εντάξουν αποτελεσματικά έναν αθλητή με ολική απώλεια όρασης στο πλαίσιο ενός τυπικού προπονητικού προγράμματος. Η έλλειψη εξοικείωσης ενδέχεται να ενισχύει το αίσθημα αβεβαιότητας ή και ανεπάρκειας, παρά τη θετική τους πρόθεση (Liu et al., 2024; Columna et al., 2019). Επιπλέον, δεν μπορεί να αγνοηθεί η πιθανότητα επίδρασης κοινωνικών επιταγών ή κοινωνικά επιθυμητών απαντήσεων, ειδικά όταν χρησιμοποιούνται αυτό-αναφορικά ερωτηματολόγια. Υπάρχουν ενδείξεις στη βιβλιογραφία ότι προπονητές ή εκπαιδευτικοί ενδέχεται να υιοθετούν δηλωτικά μια πιο θετική στάση για λόγους κοινωνικής συμμόρφωσης, χωρίς αυτό να αντανακλά πλήρως τις πραγματικές τους προθέσεις ή την ετοιμότητα να εφαρμόσουν πρακτικά συμπεριληπτικές στρατηγικές (Papadopoulou et al., 2004; Haegele et al., 2021).

Μάλιστα, σε ποιοτικές μελέτες, έχει αναδειχθεί ένα στοιχείο αμφιθυμίας, οι προπονητές, αν και συχνά εμφανίζονται πρόθυμοι να αναλάβουν την προπόνηση αθλητών με αναπηρία, δεν θεωρούν απαραίτητα την προώθηση της ένταξης ως κομβικό μέρος του επαγγελματικού τους ρόλου (Choresh & Hutzler, 2020). Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει το χάσμα μεταξύ θεωρητικής αποδοχής και εφαρμοσμένης πράξης, και ενισχύει την ανάγκη για επιμόρφωση, θεσμική ενίσχυση και συνεχή επαγγελματική υποστήριξη, ώστε η θετική στάση να μετασχηματιστεί σε βιώσιμη και ουσιαστική ένταξη.

Πράγματι, μια πρόσφατη ποιοτική μελέτη σε προπονητές διαπίστωσε έναν βαθμό αμφιθυμίας: οι προπονητές εμφανίζονταν πρόθυμοι και ‘ικανoί’ να εργαστούν με αθλητές με αναπηρία, αλλά δεν θεωρούσαν την προαγωγή της ένταξης ως μέρος του βασικού τους ρόλου (Loules et al., 2023). Το εύρημα αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσον η θετική στάση που εκφράζεται θεωρητικά ή σε επίπεδο δηλώσεων μεταφράζεται σε ενεργή εφαρμογή συμπεριληπτικών πρακτικών. Συνολικά, τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν ότι τόσο η στάση όσο και η αυτό-αποτελεσματικότητα πρέπει να ενδυναμωθούν παράλληλα: η ευαισθητοποίηση και η αλλαγή νοοτροπίας υπέρ της συμπερίληψης πρέπει να συνοδεύονται από πρακτική καθοδήγηση, επαρκείς πόρους και θεσμική υποστήριξη, ώστε οι προπονητές να μπορούν να μετατρέψουν την καλή τους πρόθεση σε πράξη (Bacı & Çakır, 2024).

Η έρευνα είναι η πρώτη του είδους της και το δείγμα της έρευνας είναι μικρό. Επομένως δεν μπορούν να γίνουν γενικεύσεις ως προς την αυτό-αποτελεσματικότητα και τις αντιλήψεις προπονητών δρομικών αγωνισμάτων σχετικά με την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε ομάδες στίβου με αθλητές χωρίς αναπηρία. Μελλοντικές έρευνες με μεγαλύτερο δείγμα προπονητών στίβου τόσο των δρομικών αγωνισμάτων αλλά και των ρίψεων και αλμάτων χρειάζονται προκειμένου να δημιουργηθεί μία αντιπροσωπευτική εικόνα των αντιλήψεών τους ως προς την ένταξη αθλητών με τύφλωση σε αγωνίσματα στίβου.

 

 

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο