Ιστορία τού αναπηρικού κινήματος

Οκτ 12, 2012 | Από την ιστορία της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1. ΑΝΑΠΗΡΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ 1940-1944

Έγραψε λαμπρές σελίδες στη λαϊκοαπελευθερωτική πάλη

Στις 30 Νοέμβρη 1943 τη νύχτα οι ταγματασφαλίτες συνεργάτες των χιτλερικών εξαπολύουν επίθεση σε 19 νοσοκομεία της Αθήνας. Γιατί στα νοσοκομεία; Γιατί τα νοσοκομεία είχαν μετατραπεί σε κάστρα της Αντίστασης κατά των κατακτητών. Ψυχή οι ανάπηροι πολέμου κατά των Ιταλών φασιστών εισβολέων στα 1940-1941, που έμεναν αναγκαστικά στα νοσοκομεία αφού δεν υπήρχε δυνατότητα περίθαλψής τους στα σπίτια τους. Ετσι μέσα από τα νοσοκομεία οι ανάπηροι αναπτύσσουν τη δική τους αντιστασιακή δράση, ενταγμένη βεβαίως στη λαϊκοαπελευθερωτική πάλη του λαού μας με την καθοδήγηση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Είναι μια πτυχή της ιστορίας σχεδόν άγνωστη, αλλά ηρωική, όπως όλες οι μεγάλες ηρωικές πράξεις εκείνη την περίοδο.

Όταν όλα τα σκίαζε η φοβέρα

Με την εισβολή των Γερμανών ιμπεριαλιστών στην Ελλάδα ξεκινά η ξενική κατοχή.

Στις πόλεις, πείνα, γύμνια και κατατρεγμός των εργατών. «Κι ήταν όλα σιωπηλά γιατί τα σκίαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Μες στης σκλαβιάς την καταιγίδα, οι ανάπηροι στον πόλεμο κατά των Ιταλών εισβολέων μετά την εισβολή των Γερμανών κατακτητών δε σταματούν τον αγώνα. Συνεχίζουν στην πρώτη γραμμή, έστω κι αν ήταν ανήμποροι, σκελετωμένοι, νηστικοί.

Πάνω από 15.000 ήταν οι ανάπηροι πολέμου 1940-1941 που έμειναν στα δεκαεννιά νοσοκομεία της Αθήνας. Ήταν η μεραρχία της Κρήτης που απομονώθηκε στην Αθήνα, αλλά και από άλλες περιοχές της Ελλάδας που δεν μπορούσαν να πάνε στα σπίτια τους γιατί τα τραύματά τους ήταν τέτοια που απαιτούσαν περίθαλψη νοσοκομειακή. Ετσι συγκεντρώθηκαν στα νοσοκομεία της Αθήνας για να τα μετατρέψουν στην πορεία σε κάστρα της Αντίστασης. Εκεί οργάνωσαν τη ζωή τους έτσι που να αντεπεξέλθουν οι ίδιοι στις ανυπέρβλητες δυσκολίες λόγω της θέσης τους ως ανάπηροι, αλλά και της σκλαβιάς, οργανώνοντας ταυτόχρονα πυρήνες αντίστασης στον κατακτητή.

Έτσι στα νοσοκομεία οι ανάπηροι πολέμου οργάνωσαν Νοσοκομειακές Επιτροπές, διεκδικώντας ιατρική περίθαλψη και καλή διατροφή. Οι επιτροπές αυτές οργάνωσαν και την Παννοσοκομειακή Επιτροπή, δηλαδή επιτροπή πάνω από τις νοσοκομειακές, σαν ενιαίο κέντρο όλων των νοσοκομείων. Πρόεδρος της Παννοσοκομειακής ήταν ο αείμνηστος, ο λογοτέχνης, Θέμος Κορνάρος, με το ψευδώνυμο Κουμπάρος. Στη συνέχεια οι Νοσοκομειακές Επιτροπές πήραν τη διαχείριση των τροφίμων και των φαρμάκων στα χέρια τους, κάνοντας πέρα τους αξιωματικούς που είχε διορίσει στα νοσοκομεία το καθεστώς των χιτλερικών ελληνικών κυβερνήσεων, οι οποίοι έκαναν «μαύρη αγορά» με τα εφόδια των νοσοκομείων. Έτσι βελτίωναν τους όρους ζωής και διαμονής στα νοσοκομεία.

Μέσα στα νοσοκομεία έπνεε πνοή λευτεριάς. Με τις συζητήσεις στην αρχή για την ανάγκη οργάνωσης του αγώνα για τη διαβίωσή τους έως την ανάγκη οργάνωσης της πάλης κατά των χιτλερικών.

Οργάνωσαν μαθήματα μόρφωσης για όσους δεν είχαν πάει στο Δημοτικό Σχολείο, ενώ για όσους το είχαν τελειώσει οργάνωσαν μαθήματα Γυμνασίου.

Κάθε Κυριακή πρωί γίνονταν ομιλίες πατριωτικού περιεχομένου, με σκοπό την αναπτέρωση της ελπίδας για λευτεριά. Όλοι είχαν δικαίωμα λόγου.

Οι πιο ενθουσιώδεις ομιλίες εκφωνούνταν την παραμονή της διοργάνωσης διαδηλώσεων. Εδώ τονιζόταν η θέση των αναπήρων πολέμου 1940-1941, η αναγκαιότητα της συμμετοχής στις διαδηλώσεις, η οργάνωσή τους και η θέση των αναπήρων σ’ αυτές, καθώς και οι στόχοι των κινητοποιήσεων. Στις διαδηλώσεις οι ανάπηροι ήταν πάντα στην εμπροσθοφυλακή, όπως για παράδειγμα στο συλλαλητήριο για τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης το Μάρτη του 1943, ή σ’ αυτό κατά της καθόδου των Βουλγάρων στη Μακεδονία, τον Ιούλη του 1943, που ήταν από τα πιο σημαντικά γεγονότα στις πόλεις στην περίοδο της Αντίστασης και μάλιστα και οι δυο διαδηλώσεις πέτυχαν τους στόχους τους.

Οι ανάπηροι στις διαδηλώσεις

Η πρώτη αντιστασιακή διαδήλωση την περίοδο της κατοχής έγινε από τους ανάπηρους πολέμου 1940-1941 με πορεία στο υπουργείο Στρατιωτικών. Κατέβηκαν στην πορεία με τις πατερίτσες τους, τα αναπηρικά καροτσάκια, διεκδικώντας βελτίωση της κατάστασης στα νοσοκομεία και της διαβίωσής τους, τόσο σε τρόφιμα όσο και σε νοσηλεία. Στο υπουργείο έδωσαν υπόμνημα με τα αιτήματά τους στον στρατηγό Μπάκο, αλλά αρνήθηκε να τα δεχτεί ως υπερβολικά. Έτσι έγινε ενημέρωση στους συγκεντρωμένους για την αρνητική στάση του στρατηγού, στο άκουσμα της οποίας έσπασαν με πάταγο όλα τα τζάμια του υπουργείου. Τότε τα ικανοποίησε όλα. Εως και μισθό στους έφεδρους Κρήτες που εγκλωβίστηκαν στην Αθήνα μετά την εισβολή των Γερμανών έδωσε.

Έγινε επίσης συγκέντρωση με συμμετοχή 5.000 αναπήρων στο Παναθηναϊκό Στάδιο, η οποία και χτυπήθηκε από τους Ιταλούς, ενώ έγιναν συλλήψεις αναπήρων τους οποίους έκλεισαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ακόμη στις 28 Οκτώβρη του 1941, οι ανάπηροι μαζί με τους φοιτητές πήγαν για κατάθεση στεφανιού στον Αγνωστο Στρατιώτη κάτω από τα έκπληκτα μάτια των Ιταλών κατακτητών.

Με το ΕΑΜ

Αρχικά βεβαίως αυτό το κίνημα ήταν ανοργάνωτο, αυθόρμητο. Μετά την ίδρυση του ΕΑΜ, το Σεπτέμβρη του 1941, πήρε οργανωμένο χαρακτήρα ως σημαντικό κομμάτι του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος.

Μέσα στα νοσοκομεία, για παράδειγμα, με κάθε δυνατή προφύλαξη, και σ’ αυτό συνέβαλαν οι ανάπηροι, συνεδρίαζε η ΟΠΛΑ, η Λαϊκή Πολιτοφυλακή που είχε ιδρύσει το ΕΑΜ.

Μέσα στα νοσοκομεία, οι ανάπηροι οργανώθηκαν στο ΕΑΜ. Ηταν οργανωμένοι κατά πεντάδες. Η μία πεντάδα απ’ την άλλη δε γνώριζε άλλους παρά μόνο έναν κι εκείνον με ψευδώνυμο.

Πριν από κάθε κινητοποίηση γινόταν ομιλία προετοιμασίας της, ενώ υπήρχε και καταμερισμός καθηκόντων, όπως διανομή παράνομου Τύπου, έρανος για τον αγώνα με κουπόνια κλπ.

Μετά το Φλεβάρη του 1943 και την είδηση από το ραδιόφωνο για τη νίκη του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ, οι ελπίδες για γρήγορη ήττα των χιτλερικών ιμπεριαλιστών και των συμμάχων τους έδιναν δύναμη και πνοή για ένταση της αντιστασιακής δράσης. Αλλά και οι επιθέσεις των κατακτητών εντάθηκαν. Έτσι το Μάρτη του 1943 δόθηκε η διαταγή για την πολιτική επιστράτευση και την αποστολή Ελλήνων να πολεμήσουν στο Ανατολικό Μέτωπο κατά των σοβιετικών στρατευμάτων, που ήδη είχαν αρχίσει την αντεπίθεση κατά των χιτλερικών. Η απόφαση ήταν: Κανείς Έλληνας να μην επιστρατευτεί, κανείς Έλληνας δε θα πολεμήσει στο πλευρό των χιτλερικών κατά των Σοβιετικών. Η επιστράτευση με κάθε θυσία έπρεπε να ματαιωθεί.

Έτσι οργανώθηκε το μεγάλο συλλαλητήριο στις 3 Μάρτη 1943 για τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης, που και τα κατάφερε. Οι ανάπηροι αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή στο συλλαλητήριο. Η εικόνα ήταν κάτι παραπάνω από συγκινητική. Έβλεπες από τη μια τα σιδηρόφρακτα τανκς και απ’ την άλλη ανάπηρους πολέμου. Και όμως αγωνίζονταν μ’ όλες τους τις δυνάμεις.

Τον Ιούλη, επίσης, του 1943 οι Βούλγαροι φασίστες επιδιώκουν την επέκταση της δικής τους κατοχής σ’ όλη τη Μακεδονία. Μαχητικές διαδηλώσεις οργανώνονται σ’ όλη την Ελλάδα και κρατούν από τις 8 Ιούλη έως τις 22 Ιούλη του 1943, που οργανώθηκε μεγάλη διαδήλωση του λαού της Αθήνας. Μπροστάρηδες σ’ αυτήν, όπως πάντα, οι ανάπηροι πολέμου, με τα δίκυκλα καροτσάκια που τα έσπρωχναν οι νοσοκόμες με στολή, πιο πίσω ήταν οι ανάπηροι με δεκανίκια και ακολουθούσαν οι τυφλοί, οι φυματικοί, όσοι έμειναν ανάπηροι από τα κρυοπαγήματα το 1940-1941 στα βουνά της Αλβανίας. Η εικόνα ολόιδια με την προηγούμενη μεγάλη διαδήλωση. Ανδρες ανάπηροι, με σθένος και ψυχικό μεγαλείο, αντίπαλοι σε σιδηρόφρακτους στρατιώτες. Δεν την αντέχουν τη σκλαβιά. Έδωσαν μέρος του κορμιού τους για να πετάξουν τους Ιταλούς φασίστες έξω από την Ελλάδα το 1940-1941. Και τότε ήταν αποφασισμένοι. Και τώρα, παρά την αναπηρία τους δίνουν όση δύναμη έχουν να θυσιάσουν τη ζωή τους.

Στη συνέχεια μετά τους ανάπηρους ακολουθούσε η μεγάλη διαδήλωση, άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και τάξης, από κάθε συνοικία και γωνιά της Αθήνας. Ο όγκος της διαδήλωσης τεράστιος. Έφτανε απ’ τη Βιβλιοθήκη ως την Ομόνοια και την οδό Πατησίων. Έπιανε όλη την οδό Πανεπιστημίου. Τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα.

Αλλά οι χιτλερικοί δε διστάζουν ούτε μπροστά στους ανάπηρους. Ρίχνουν με τα όπλα. Ένας ανάπηρος που κρατούσε πλακάτ πέφτει τραυματισμένος. Ανασήκωσε το κεφάλι ζητώντας βοήθεια απ’ το νοσοκομειακό αυτοκίνητο που ήταν στο στενό Οφθαλμιατρείο – Πανεπιστημίου. Τότε του έριξαν τη χαριστική βοή. Μια 17χρονη Ελληνοπούλα, που έτρεξε να τους παρεμποδίσει, τη σκότωσαν και αυτή.

Μεγαλύτερα καθήκοντα

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το Σεπτέμβρη του 1943 και την έξοδό της από τον πόλεμο, ο αγώνας των αναπήρων στα νοσοκομεία αποκτά και ευρύτερο περιεχόμενο.

Συγκεντρώνουν τον οπλισμό των Ιταλών από τα στρατόπεδα που ήταν κοντά στα νοσοκομεία. Ο οπλισμός από τα νοσοκομεία διοχετεύεται στον ΕΛΑΣ. Αλλά δεν περιοριζόταν μόνο σ’ αυτό η δράση. Ήταν σημαντική η συμβολή τους στη ματαίωση των μπλόκων που σχεδίαζαν οι χιτλερικοί με τους ταγματασφαλίτες που είχε δημιουργήσει η κυβέρνηση του Ράλλη. Άλλωστε χρειαζόταν και δικό της στρατό προκειμένου να υπηρετήσει αποτελεσματικά τους κατακτητές. Ήταν μισθοφορικός στρατός, αντί πινακίου φακής, στον οποίο είχαν στρατολογηθεί όλα τα κοινωνικά αποβράσματα, με σκοπό να τσακίσουν την αντιστασιακή δράση. Ουσιαστικά αποτελούσαν ένα στρατό κοινών εγκληματιών που ήξεραν να «καρφώνουν» και να σκοτώνουν.

Το 1943 ήδη η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ήταν οργανωμένη στο ΕΑΜ. Ο λαϊκός απελευθερωτικός στρατός, ο θρυλικός ΕΛΑΣ, έχει μπει στις καρδιές του ελληνικού λαού και απελευθερώνει τη μία μετά την άλλη τις περιοχές της Ελλάδας, ενώ η νεολαία έχει οργανωθεί στην ΕΠΟΝ. Το κίνημα της αντίστασης θεριεύει. Ετσι αυξάνονται οι επιθέσεις και τα μπλόκα στις πόλεις. Μόνο που το αναπηρικό αντιστασιακό κίνημα στα νοσοκομεία είναι μεγάλο εμπόδιο στα σχέδια των χιτλερικών και των ταγματασφαλιτών. Αυτά τα κάστρα του αγώνα πρέπει να τσακιστούν. Απόπειρα να μεταφέρουν τους ανάπηρους από τα νοσοκομεία σε άλλο μέρος βρίσκει καθολική αντίδραση και η μεταφορά τους ματαιώνεται.

Το μπλόκο στα νοσοκομεία

Δεν υπάρχει επομένως άλλος δρόμος για να υποτάξουν τη δράση των αναπήρων, από το χτύπημα μέσα στα ίδια τα νοσοκομεία.

Έτσι στις 30 Νοέμβρη του 1943 οι ταγματασφαλίτες κάνουν επίθεση. Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, αφού μπλοκάρουν όλα τα νοσοκομεία, μπήκαν στους θαλάμους, άρπαζαν στους ώμους ακρωτηριασμένους ανάπηρους, παραπληγικούς, όλους όσοι ήταν ανίκανοι να κινηθούν, τους σώριασαν στα φορτηγά και τους μετέφεραν στις φυλακές Χατζηκώστα. Τους άλλους χωρίς χέρια, με δερμάτινο θώρακα, με τραύματα στο κρανίο, τυφλούς, απ’ το ένα ή τα δυο μάτια τους, παραμορφωμένους, φυματικούς τους μετέφεραν επίσης στις φυλακές Χατζηκώστα και στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Τα ξημερώματα εκτελούν 283 ανάπηρους, ήρωες της Εθνικής Αντίστασης, που έδωσαν, όπως όλοι οι ήρωες εκτελεσμένοι της συγκεκριμένης περιόδου, τη ζωή τους για την απελευθέρωση της Ελλάδας και του λαού της. Άλλωστε, παιδιά του λαού ήταν και οι ανάπηροι. Αυτή η όχι και τόσο γνωστή πτυχή στο ευρύ κοινό του λαϊκοαπελευθερωτικού αγώνα δείχνει το μεγαλείο του αγώνα για μια Ελλάδα του λαού της. Ενός αγώνα που διεξαγόταν στις τότε συνθήκες στο βουνό και την πόλη με κάθε μέσο. Και οι ανάπηροι πολέμου 1940-1941 πήραν μέρος σ’ ολόκληρη την αντιστασιακή δράση ως τη διάλυση των νοσοκομείων στις 30 Νοέμβρη 1943, ενώ μετά τη διάλυση του κινήματος στα νοσοκομεία έδρασαν, όσοι έζησαν από άλλο μετερίζι, ως την απελευθέρωση, αλλά και μετά απ’ αυτήν.

Ισως σήμερα φαντάζει αδύνατη αυτή η δράση. Αλλά η ιστορία έχει καταγράψει τα γεγονότα, αποδεικνύοντας ότι όταν ο σκοπός της οργανωμένης πάλης είναι συγκεκριμένος και έχει συνειδητοποιηθεί, ακόμη και λαϊκοί άνθρωποι σαν τους ανάπηρους μπορούν να κάνουν κατορθώματα ηρωικά. Και το αναπηρικό κίνημα την περίοδο της Αντίστασης στους χιτλερικούς ιμπεριαλιστές κατακτητές και του λαϊκοαπελευθερωτικού αγώνα αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο όταν οι λαοί θέλουν. Τότε μπορούν να επιβάλουν τη δική τους θέληση και ιδιαίτερα για τις σύγχρονες συνθήκες αυτή η ιστορία του αναπηρικού κινήματος διδάσκει πως ο λαός μας μπορεί να ανοίξει το δικό του δρόμο, για το δικό του μέλλον.

2. Η Ειδική Αγωγή στην Ελλάδα – Κριτική Θεώρηση

Ο τρόπος που η κοινωνία αντιμετωπίζει τα παιδιά και την εκπαίδευσή τους είναι συνήθως ενδεικτικός του επιπέδου ανάπτυξής της. Αν μελετήσει κανείς την ιστορία της Ειδικής Αγωγής θα παρατηρήσει ότι στην ουσία είναι μια μελέτη της ιστορίας των κοινωνικών αλλαγών και των επιπτώσεων αυτών των αλλαγών στις στάσεις, στην αντιμετώπιση, στην εκπαίδευση και την κοινωνική συμμετοχή των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες.

Θα λέγαμε μάλιστα ότι οι αλλαγές στην εκπαίδευση των μαθητών με ειδικές ανάγκες δε συνδέονται τόσο με τις ειδικές εκπαιδευτικές τους ανάγκες όσο με κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, νομοθετικούς και θρησκευτικούς παράγοντες. Αυτοί οι παράγοντες καθορίζουν ποιος εκπαιδεύεται, πώς εκπαιδεύεται και πότε εκπαιδεύεται. Αυτοί καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και το πόσο διαφέρει η ειδική από τη γενική εκπαίδευση, ποιος διδάσκει στα σχολεία, πόσο οι γονείς εμπλέκονται στη διαδικασία, τι προοπτικές και εφόδια δίνονται στους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες και τι εγγυήσεις για την οικονομική και κοινωνική τους σταθερότητα κ.ο.κ. Οι ίδιοι παράγοντες καθορίζουν ακόμα και την ανάπτυξη της έρευνας και την παραγωγή και εφαρμογή νέας γνώσης στο γνωστικό αντικείμενο της Ειδικής Αγωγής.

Περίοδοι και Σταθμοί για την Ειδική Αγωγή στην Ελλάδα και Διεθνώς

Η ιστορία των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες και της εκπαίδευσής τους, όπως γνωρίζουμε, έχει περάσει διάφορα στάδια αλλαγών με βάση τις κοινωνικές αντιλήψεις κάθε εποχής. Τα πιο διακριτά στάδια θα μπορούσαν να συνοψιστούν σε τρία:

α) το στάδιο της απόρριψης και της κακομεταχείρισης,

β) το στάδιο του οίκτου, της περίθαλψης, της προστασίας και της ξεχωριστής εκπαίδευσης και

γ) το σημερινό στάδιο της διεκδίκησης ίσων ευκαιριών εκπαίδευσης, συνεκπαίδευσης και ισότιμης συμμετοχής των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες στην κοινωνία.

Κατά τον αιώνα που πέρασε, σημειώθηκαν πάρα πολλές αλλαγές στις κοινωνικές αντιλήψεις για τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες και την εκπαίδευσή τους. Από την πλήρη απόρριψη και τη φιλανθρωπική απομόνωση και εκπαίδευση των μαθητών με ειδικές ανάγκες σε ιδρύματα και άσυλα φτάσαμε στη σημερινή πραγματικότητα της αναγνώρισης και του σεβασμού της διαφορετικότητας, της συνεκπαίδευσης όλων των μαθητών στην ίδια τάξη ανεξάρτητα από ιδιαιτερότητες και των διεκδικήσεων των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες για κοινωνική συμμετοχή.

Α. 1960- 1970: Η Περίοδος της Αμφισβήτησης και της Κριτικής

Ιδιαίτερα σημαντική περίοδος για την Ειδική Αγωγή είναι η περίοδος μετά από το 1960 όταν άρχισε στις Η.Π.Α. και εξαπλώθηκε αργότερα και σε άλλες χώρες έντονη κριτική για την παρεχόμενη ξεχωριστή εκπαίδευση από επιστήμονες του κλάδου (Dunn, 1968). Φαίνεται ότι διάφορα γεγονότα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή της στάσης της κοινωνίας προς τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες. Οι κοινωνικές αλλαγές που συντελέστηκαν τη δεκαετία του 1960 μετά από τις μεγάλες κινητοποιήσεις για τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα διαφόρων κοινωνικών ομάδων και μειονοτήτων, είχαν άμεση επίδραση στην εκπαίδευση. Η διαπίστωση ότι σε ειδικά σχολεία στις Η.Π.Α. υπήρχε μεγάλος αριθμός παιδιών χωρίς ειδικές ανάγκες που προέρχονταν από μειονοτικές ομάδες του πληθυσμού (Moores, 1996) και η απαίτηση ύστερα από αυτό για δίκαιη, ευέλικτη και ισότιμη εκπαίδευση για όλα τα παιδιά, δημιούργησε τις θεωρητικές προϋποθέσεις για την είσοδο των μαθητών με ειδικές ανάγκες στα σχολεία της γενικής εκπαίδευσης. Το κίνημα για τα δικαιώματα του παιδιού, συμπεριλαμβανομένου και του παιδιού με ειδικές ανάγκες, η απαίτηση για εκπαιδευτική ισοτιμία και δικαιοσύνη ήταν, επίσης, παράγοντες που επηρέασαν θετικά την εξέλιξη στο χώρο της Ειδικής Αγωγής.

Η απαίτηση από τους ειδικούς στις Η.Π.Α για ενσωμάτωση και στην Ευρώπη για ένταξη των μαθητών με ειδικές ανάγκες στα σχολεία της γενικής εκπαίδευσης, άνοιξε τη δεκαετία του 1960- 1970 έναν έντονο διάλογο στον κλάδο και έδωσε το έναυσμα για νέους ερευνητικούς προσανατολισμούς. Επίσης την εποχή αυτή άρχισε να αναπτύσσεται το αναπηρικό κίνημα σε πάρα πολλές χώρες. Έτσι την εκπροσώπησή τους την αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες εκτοπίζοντας τη φιλανθρωπική εκπροσώπησή τους από αρτιμελείς «φίλους» των προηγούμενων εποχών. Οι οργανώσεις των γονέων κάνουν, επίσης, την παρουσία τους πιο έντονη και διεκδικητική.

Αυτή είναι και η εποχή που αρχίζει η αμφισβήτηση του επικρατούντος ιατρικού μ παθολογικού μοντέλου για την αναπηρία και την εκπαίδευση των παιδιών. Το ιατρικό μοντέλο, που θεωρεί την αναπηρία ως προσωπική τραγωδία, ως ανωμαλία ή ως αρρώστια που μπορεί να θεραπευτεί, γίνεται αντικείμενο έντονης κριτικής από τους ειδικούς και τις οργανώσεις των αναπήρων. Παράλληλα διερευνάται η κοινωνική διάσταση και η ερμηνεία της αναπηρίας. Οι απόψεις των ειδικών «γεμίζουν» τα περιοδικά του κλάδου και απασχολούν έντονα εκπαιδευτικούς, γονείς και ανθρώπους με ειδικές ανάγκες.

Στην Ελλάδα, την περίοδο αυτή της γενικής αμφισβήτησης και του έντονου διαλόγου, επικρατεί ηρεμία. Δε σημειώνεται καμιά δημόσια συζήτηση για ένταξη. Τα φιλανθρωπικά και προνοιακά ιδρύματα και σχολεία είναι τα μόνα που «περιθάλπουν» τα παιδιά με ειδικές ανάγκες. Το Ιατρικό Μοντέλο κυριαρχεί σε κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο.

Αρχίζουν όμως να δημιουργούνται οργανώσεις αναπήρων και γονέων, οι οποίες σιγά – σιγά αποκτούν αυτόνομη ύπαρξη και φωνή.

Β. Οι Δεκαετίες των Αλλαγών: 1970, 1980

Οι επόμενες δεκαετίες του 1970 και 1980 είναι οι δεκαετίες του εκδημοκρατισμού και των αλλαγών του συστήματος εκπαίδευσης για τους μαθητές με ειδικές ανάγκες. Στις Η.Π.Α. και σε πολλές χώρες της Ευρώπης η ένταξη των μαθητών με ειδικές ανάγκες στα συνηθισμένα σχολεία κατοχυρώνεται νομοθετικά. Η εκπαίδευση των μαθητών αυτών γίνεται υποχρεωτική από τη νηπιακή ηλικία.

Αναπτύσσονται εναλλακτικά μοντέλα ένταξης και υπάρχει έντονη ερευνητική δραστηριότητα στην αξιολόγηση των μοντέλων αυτών, στην πρόοδο των μαθητών, στην αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων παρέμβασης, στο γραμματισμό, στην έγκαιρη παρέμβαση, στην αξιολόγηση της μάθησης, στη συμμετοχική μάθηση, στη συνεργατική διδασκαλία, στην καταγραφή των στάσεων προς τους αναπήρους και την ένταξη, κλπ. Δημιουργούνται, επίσης, πολλές τοπικές υποστηρικτικές υπηρεσίες. Η κυρίαρχη τάση είναι η ένταξη, αλλά η γενική απαίτηση είναι να υπάρχουν εναλλακτικά μοντέλα και πλαίσια για όλους τους μαθητές ώστε να εξασφαλίζεται το δικαίωμα επιλογής.

Οι εκπαιδευτικοί στις Η.Π.Α. υποχρεούνται από το νόμο να καταρτίζουν ατομικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για κάθε παιδί. Η πρακτική αυτή υιοθετείται και σε άλλες χώρες και καθιερώνεται η συνεχής αξιολόγηση μαθητών και προγραμμάτων. Η συμμετοχή των γονέων στα προγράμματα των παιδιών τους είναι απαραίτητη, ενεργή και νομικά κατοχυρωμένη.

∆ιατίθενται μεγάλα κονδύλια για έρευνα και ανάπτυξη του τομέα της βοηθητικής τεχνολογίας και οι υπολογιστές ανοίγουν καινούριες προοπτικές για την εκπαίδευση των μαθητών με ειδικές ανάγκες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ένταξη, εκπαιδευτική και κοινωνική, και διαθέτει κονδύλια για την υλοποίηση προγραμμάτων και την πραγματοποίηση ερευνών στα κράτη- μέλη. Τα πρώτα προγράμματα HELIOS φέρνουν σε επαφή πολλούς ειδικούς και εκπροσώπους φορέων αναπήρων και γονέων, οι οποίοι σχεδιάζουν και υλοποιούν κοινά προγράμματα δράσης.

Η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στην Ειδική Αγωγή παρέχεται σε μεταπτυχιακό επίπεδο σε πολλές χώρες. Η βαθιά γνώση του παιδιού και γενικότερα της γενικής εκπαίδευσης σε προπτυχιακό επίπεδο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για σπουδές στην Ειδική Αγωγή. Παράλληλα, οι δάσκαλοι της γενικής εκπαίδευσης αρχίζουν να εντάσσονται σε προγράμματα επιμόρφωσης για την εκπαίδευση των μαθητών με ειδικές ανάγκες, την αξιολόγηση, την εξατομικευμένη εργασία, τη διοίκηση της τάξης και την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων, κλπ. Η συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και των ειδικών του κλάδου θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία προγραμμάτων Ειδικής Αγωγής.

Η ορολογία αλλάζει μαζί με τη νοοτροπία και τις κοινωνικές στάσεις. Η ιατρικοποίηση της Ειδικής Αγωγής με τις αρνητικές ταμπέλες (π.χ. γλωσσικές διαταραχές, εγκεφαλική δυσλειτουργία, προβλήματα λόγου-ακοής, συναισθηματικές διαταραχές, κλπ) αποτελεί πλέον παρελθόν σε πολλές χώρες. Τα παραδοσιακά μοντέλα της παθολογίας του ατόμου δε συνδέονται με τη φιλοσοφία της ένταξης. Το παλαιότερο ιατρικό μοντέλο (Wood, 1980, Barton, 1989) σύμφωνα με το οποίο, όπως αναπτύξαμε παραπάνω, η αναπηρία εδράζει στο ίδιο το άτομο, σε οργανικές ή λειτουργικές μειονεξίες που πρέπει να αποκατασταθούν, απορρίπτεται από την πλειοψηφία των ειδικών. Έτσι, ο στόχος της Ειδικής Αγωγής δεν μπορεί πια να είναι η αποκατάσταση με την παρέμβαση στο άτομο, ενώ ο ρόλος του συνηθισμένου σχολείου να παραμένει ο ίδιος. Το παιδί δεν μπορεί και δεν πρέπει να καλείται μετά την παρέμβαση να προσαρμοστεί στις συνθήκες του σχολείου και να ανταποκριθεί στις αμετάβλητες απαιτήσεις του πλαισίου αναφοράς, στο βαθμό που το πλαίσιο αναφοράς δεν αναγνωρίζεται ως παράγοντας συνδημιουργίας της αναπηρίας.

Στην ίδια κατεύθυνση -αν και από διαφορετική αφετηρία- κινείται για τους οπαδούς της ένταξης και το μοντέλο της κοινωνικής παθολογίας (Gliedman & Roth, 1980) το οποίο βρίσκεται επίσης στο στόχαστρο της κριτικής. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, η αναπηρία θεωρείται προϊόν κοινωνικών συνθηκών π.χ. πολιτιστική αποστέρηση, προτείνεται όμως πάλι η εφαρμογή μέτρων στο άτομο έτσι ώστε να αποκατασταθεί η μειονεξία και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του συνηθισμένου σχολείου και για το λόγο αυτό απορρίπτεται. Η φιλοσοφία της ένταξης των ατόμων με ειδικές ανάγκες στηρίζεται σε θεωρήσεις οι οποίες δεν εστιάζουν στις μειονεξίες του ατόμου, αλλά ορίζουν την αναπηρία ως μία αναντιστοιχία μεταξύ του μαθησιακού περιβάλλοντος και των αναγκών των μαθητών.

Το περιβαλλοντικό μοντέλο (Hegarty, 1987) κερδίζει έδαφος. Σύμφωνα με αυτό, η έμφαση δίνεται στην αλλαγή του σχολείου και στην προσαρμογή του στις ανάγκες του μαθητή με την παροχή ιδιαίτερων μέσων, υλικών, τεχνικών και κατάλληλης διδασκαλίας. Αλλωστε τα τελευταία χρόνια ο ανταγωνισμός στο συνηθισμένο σχολείο έχει αυξηθεί και οι εκπαιδευτικοί συχνά επισημαίνουν τις δυσκολίες ενός μεγάλου αριθμού παιδιών. Η πίεση για μεγαλύτερη επιτυχία στο συνηθισμένο σχολείο, που είναι μια διεθνής τάση (Semmel, Gerber, & MacMillan, 1994, Zigmond & Semmel, 1988), προκαλεί αναστάτωση και οδηγεί πολλούς μαθητές στην αποτυχία και στην εγκατάλειψη του σχολείου. Το σχολείο καλείται να αντιμετωπίσει τη νέα αυτή πραγματικότητα με εναλλακτικούς διδακτικούς τρόπους και μέσα, ώστε να μπορέσει να προσφέρει κατάλληλη εκπαίδευση για όλα τα παιδιά.

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το κοινωνικό και το ανθρωπολογικό μοντέλο (Canevaro, 1984) η έννοια της αναπηρίας αναδεικνύεται ως μια κοινωνικά δομημένη έννοια. Έτσι, η έμφαση δε δίνεται στις παροχές στο πλαίσιο του συνηθισμένου σχολείου, αλλά στη θετική αλληλεπίδραση και στην αναγνώριση της ταυτότητας του αναπήρου στο συνηθισμένο σχολείο. Οι οργανώσεις των αναπήρων υιοθετούν το κοινωνικό μοντέλο και διεκδικούν έντονα εκπαιδευτική και κοινωνική ένταξη.

Στην Ελλάδα την περίοδο αυτή έχουμε μια έντονη κινητικότητα σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιόδους. Για πρώτη φορά η ελληνική πολιτεία και ειδικά το Υπουργείο Παιδείας αναλαμβάνει συστηματικά την ευθύνη της εκπαίδευσης των παιδιών με ειδικές ανάγκες με την ψήφιση του νόμου 1143 του 1981. Είναι ο πρώτος νόμος για την Ειδική Αγωγή και προετοιμαζόταν από το 1975! Ο νόμος αυτός ευνοεί την ξεχωριστή ειδική εκπαίδευση. Το άρθρο 3 αναφέρει ότι η Ειδική Αγωγή παρέχεται μόνον σε ειδικά σχολεία, ειδικές τάξεις και ιδρύματα. ∆εν υπάρχει καμιά αναφορά στην ένταξη. Η ονομασία του νόμου είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας της ελληνικής πολιτείας την εποχή εκείνη, ονομάζεται «νόμος περί Ειδικής Αγωγής, επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, απασχολήσεως και κοινωνικής μερίμνης των αποκλινόντων εκ του φυσιολογικού ατόμων».

Επίσης χαρακτηριστικός είναι και ο σκοπός του νόμου: «Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η παροχή ειδικής αγωγής και ειδικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως εις αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού άτομα, η λήψις μέτρων κοινωνικής μερίμνης και η αντίστοιχος προς τας δυνατότητάς των ένταξις αυτών εις την κοινωνικήν ζωήν κλπ.» Ο ορισμός των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες είναι ιατρικός.

Στα παιδιά με ειδικές ανάγκες περιλαμβάνονται μαθητές από την «κοινωνική αλητεία», χανσενικοί κλπ. Η φοίτηση στο σχολείο που δεν είναι υποχρεωτική για τα ειδικά παιδιά, ενώ είναι για όλα τα άλλα, ορίζεται από την ηλικία των 6 έως 17 ετών.

Φτιάχνεται ένα «Συντονιστικόν και Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον Ειδικής Αγωγής» το οποίο απαρτίζεται από τον προϊστάμενο της ∆ιεύθυνσης Ειδικής Αγωγής, από έναν ανώτερο υπάλληλο, από έναν σύμβουλο και από τους προϊσταμένους των διευθύνσεων του Υπουργείου Υγείας και του ΟΑΕ∆ καθώς και από έναν ειδικό επιστήμονα. Από το συμβούλιο αυτό απουσιάζουν οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, οι γονείς και οι φορείς που εμπλέκονται στην εκπαίδευσή τους.

Το 1984 δόθηκε στη δημοσιότητα μια νέα πρόταση για νομοσχέδιο. (νόμος 1566). Η πρόταση υποσχόταν ότι θα άλλαζε το αναχρονιστικό πλαίσιο του παλιότερου νόμου. Μια βασική διαφορά ήταν ότι για πρώτη φορά η νομοθεσία για την εκπαίδευση των παιδιών με ειδικές ανάγκες, ήταν μέρος της νομοθεσίας για τη γενική εκπαίδευση, θέτοντας στην πράξη τις νομοθετικές, διοικητικές τουλάχιστον, προϋποθέσεις για την ένταξη των μαθητών με ειδικές ανάγκες. Όμως, οι υπόλοιπες αλλαγές ήταν απλά μια δημοτικοποίηση θα έλεγε κανείς του παλιού νόμου. Έτσι, τα αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού άτομα μετονομάστηκαν σε άτομα με ειδικές ανάγκες, ενώ ο ορισμός τους παρέμεινε ακριβώς ο ίδιος, ιατρογενής ορισμός. Ο νόμος λέει επίσης ότι στόχος είναι η ένταξη στην παραγωγική διαδικασία και στην αλληλοαποδοχή τους από το κοινωνικό σύνολο, αντικαθιστώντας το «αντίστοιχος προς τας δυνατότητάς των ένταξις» του προηγούμενου νόμου.

Δημιουργείται το «Συμβούλιο Ειδικής Αγωγής» που αντικαθιστά το Γνωμοδοτικόν που δεν λειτούργησε άλλωστε ποτέ. Στο νέο Συμβούλιο συμμετέχουν και εκπρόσωποι των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων των εκπαιδευτικών αλλά και εκπρόσωποι γονέων, αναπήρων και επιστημονικών ενώσεων. Το συμβούλιο όμως αυτό έμελλε να έχει την ίδια κατάληξη με το προηγούμενο. ∆ε λειτούργησε ουσιαστικά ποτέ. Με το νόμο αυξήθηκαν οι οργανικές θέσεις στα σχολεία που βέβαια δεν καλύπτουν τις ανάγκες και υποβαθμίζονται άλλες ειδικότητες εκτός των δασκάλων. Ο νόμος δεν προβλέπει τίποτα για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών ή την επιμόρφωσή τους. Είναι ενδεικτικό ότι από τις 45 θέσεις συμβούλων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου μόνον η μια προορίζεται για την Ειδική Αγωγή. Οι συνθήκες αυτές βέβαια δεν επιτρέπουν μεγάλες αλλαγές και πρόοδο στο χώρο.

Την περίοδο από το 1984-1989 παρατηρείται μια τεράστια σε σύγκριση με τις προηγούμενες περιόδους ανάπτυξη των ειδικών τάξεων. Η ανάπτυξη, όμως, αυτή γίνεται χωρίς επιστημονικό σχεδιασμό και συστηματικό τρόπο. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής ήταν να γεμίσουν οι ειδικές τάξεις με παιδιά με μαθησιακά προβλήματα, με διαφορετικές ειδικές ανάγκες, με μειονότητες κλπ. Οι ειδικές τάξεις που είχαν αναπτυχθεί με το νόμο 1143/81 ήταν τάξεις που φοιτούσαν τα παιδιά κατά τη διάρκεια ολόκληρης της σχολικής περιόδου. Οι νέες ειδικές τάξεις που δημιουργήθηκαν με τον καινούριο νόμο, όμως, ήταν φροντιστηριακές τάξεις και εξυπηρετούσαν βασικά μαθητές της γενικής εκπαίδευσης. Έτσι δημιουργήθηκε σύγχυση που υπάρχει ακόμα και σήμερα. Η σύγχυση αυτή δείχνει τη θεωρητική παλινδρόμηση του Υπουργείου μεταξύ ενός μοντέλου διαχωριστικού και της προοπτικής της ένταξης και της συνεκπαίδευσης.

Οι συνθήκες στα ειδικά σχολεία συνεχίζουν να είναι ιδρυματικές. Το ιατρικό μοντέλο κυριαρχεί. Γίνονται κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες έγκαιρης παρέμβασης και συμβουλευτικής γονέων, αλλά η έλλειψη παροχών είναι μεγάλη και η πλειοψηφία των παιδιών και των γονέων τους καταφεύγουν σε ιδιώτες (λογοθεραπευτές, κλπ) ή στο εξωτερικό. ∆εν υπάρχουν προγράμματα για παιδιά με πολλαπλές αναπηρίες.

Το αναπηρικό και γονεϊκό κίνημα παρουσιάζει έντονη κινητικότητα την περίοδο αυτή. Διεκδικεί συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων και στα συμβούλια των ιδρυμάτων, εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης και κοινωνική ένταξη των αναπήρων. Μερικές από αυτές τις διεκδικήσεις κερδίζονται για πρώτη φορά από το αναπηρικό κίνημα. Παράλληλα διοργανώνονται συνέδρια από τους φορείς αυτούς σε συνεργασία με ειδικούς και αρχίζει να ευαισθητοποιείται η κοινή γνώμη. Το θέμα της εκπαιδευτικής και κοινωνικής ένταξης των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες αρχίζει να συζητιÎ