Φτάνοντας στο Θιβέτ, η Σαμπρίγιε Τένμπερκεν αποφάσισε να ταξιδέψει στην επαρχία όχι με την άνεση ενός αυτοκινήτου, αλλά πάνω στη σκληρή σέλα ενός αλόγου. Ήταν μια ριψοκίνδυνη απόφαση όχι μόνο επειδή το τραχύ θιβετιανό τοπίο μπορεί να είναι ανελέητο και επικίνδυνο, αλλά και επειδή η κυρία Τένμπερκεν είναι τυφλή.
Το άλογο της φάνηκε τέλειο. Ήξερε πως η τυφλότητα κουβαλάει μαζί της ένα φοβερό στίγμα σε πολλά μέρη του Θιβέτ και της είχαν πει πως πολλά τυφλά παιδιά ζούσαν σε απομονωμένα, αγροτικά χωριά. Είχε ξεκινήσει να κάνει ιππασία στην πατρίδα της τη Γερμανία όταν ήταν παιδί, ένα από τα πολλά μαθήματα για την ανεξάρτητη διαβίωση και ήθελε να ενσταλάξει ένα παρόμοιο αίσθημα ανεξαρτησίας στα τυφλά παιδιά του Θιβέτ. Οπότε, σέλωσε ένα άλογο, και μαζί με άλλα τρία άτομα άρχισε το ταξίδι με το άλογο.
Ήταν πολύ λίγο προετοιμασμένη γι΄ αυτό που εκείνη και οι συνταξιδιώτες της ανακάλυψαν. « Ήταν αρκετά καταθλιπτικό», θυμάται. «Είδαμε τυφλά παιδιά τεσσάρων πέντε χρόνων που έμοιαζαν με μωρά. Δεν είχαν μάθει να περπατούν επειδή οι γονείς τους δεν τους το είχαν μάθει.
Έξι χρόνια αργότερα οι μνήμες είναι ακόμα ζωντανές, μόλο που η κυρία Τένμπερκεν κάθεται σ΄ ένα φωτεινό καθιστικό του δευτέρου ορόφου πάνω από το σχολείο που ίδρυσε για τα τυφλά θιβετιανά παιδιά στη χώρα που υιοθέτησε.
Ο συνεργάτης της επαγγελματικά και σύντροφός της στην προσωπική ζωή, ο Πωλ Κρόνενμπεργκ, δουλεύει στον υπολογιστή στο διπλανό δωμάτιο, καθώς φωνές παιδιών φτάνουν μέσα από το ανοιχτό παράθυρο από την αυλή από κάτω. Τα παιδιά κάνουν πρόβα σ΄ ένα έργο που έγραψε ένα από αυτά.
Σε μια περιοχή των Ιμαλαΐων, γνωστή ως κορυφή του κόσμου, όπου η έκθεση στον ήλιο σε τέτοιο μεγάλο υψόμετρο συμβάλλει σε ασυνήθιστα υψηλά ποσοστά οφθαλμικών παθήσεων, η κυρία Τένμπερκεν και ο κύριος Κρόνενμπεργκ ο οποίος βλέπει, διευθύνουν τώρα το ΜΠΡΑΙΗΛ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ, ένα πρόγραμμα για τα τυφλά παιδιά του Θιβέτ.
Δημιούργησε την πρώτη γραφή μπραίηλ στα Θιβετιανά, την οποία διδάσκει τώρα στους μαθητές της και το διδακτορικό της πάνω στο Θιβέτ έγινε πολύ δημοφιλές στη Γερμανία.
Όμως, δεν τελειώνει εδώ. Η κυρία Τένμπερκεν που είναι 33 χρόνων και ο κύριος Κρόνενμπεργκ σχεδιάζουν να δημιουργήσουν ένα νέο ΜΠΡΑΙΗΛ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΟΡΑ στη βόρεια Ινδία, ένα πρώτο βήμα προς το στόχο τους που είναι να επεκτείνουν το έργο τους και σε άλλες αναπτυσσόμενες χώρες. Ο κύριος Κρόνενμπεργκ που είναι μηχανικός προσπαθεί επίσης να αναπτύξει μια ελαφρύτερη και λιγότερο δαπανηρή μηχανή γραφής μπραιηλ.
Ψηλή, με μαλλιά ίσια και στο χρώμα της άμμου, η κυρία Τένμπερκεν θυμάται ακόμη το σκεπτικισμό που αντιμετώπισε όταν παρουσίαζε τα σχέδιά της στους ντόπιους αξιωματούχους του Θιβέτ. Αρχικά είχε προσπαθήσει να συνεργαστεί με διάφορους οργανισμούς διεθνούς βοήθειας, αλλά, λέει ότι της είπαν πως οι τυφλοί απαγορεύεται να κάνουν «δουλειά πεδίου».
Έτσι αποφάσισε να δημιουργήσει τη δική της διεθνή οργάνωση. Όλοι, θυμάται, νόμιζαν ότι είναι τρελή. «Δεν μπορούσαν να φανταστούνε ότι θα ερχόμουν στο Θιβέτ.» «Είπαν, δε γίνεται. Είναι τυφλή, ποιος θα την προσέχει, ποιος μπορεί να την συνοδεύει;»
Οι χαοτικοί δρόμοι της παλιάς θιβετιανής γειτονιάς γύρω από το μοναστήρι Τζοκάνγκ αποτελούν ένα μπέρδεμα που αποθαρρύνει και τους βλέποντες, όμως, η κυρία Τένμπερκεν, τους καθοδηγεί η ίδια και περιμένει οι μαθητές της να μάθουν να κάνουν το ίδιο. Η δική της παιδική ηλικία ήταν γεμάτη παρόμοιες προκλήσεις.
Η κυρία Τένμπερκεν μεγάλωσε στη Βόννη. Ο πατέρας της ήταν πιανίστας και η μητέρα της σκηνοθέτρια παιδικού θεάτρου. Ο αδερφός της είναι καλλιτέχνης πράγμα που την ωθεί να παρατηρήσει ανάλαφρα ότι προέρχεται από οικογένεια καλλιτεχνών.
«Είμαι η μόνη που είμαι κάπως πρακτικός άνθρωπος» είπε. Έμαθε την ανεξαρτησία από τη μητέρα της που ως φοιτήτρια στην Τουρκία κατά τη δεκαετία του εξήντα ντυνόταν σαν άντρας σε ερευνητικά ταξίδια, αφού οι ανύπαντρες γυναίκες κατέφευγαν κάποιες φορές στο μέτρο αυτό όταν ταξίδευαν για να αποφύγουν τυχόν ερωτική παρενόχληση. Στην Τουρκία η μητέρα της διάλεξε επίσης το όνομα Σαμπρίγιε που σημαίνει υπομονή και μικρός σκαντζόχοιρος.
Όταν η κυρία Τένμπερκεν ήταν μόλις δύο ετών οι γονείς της έμαθαν ότι θα έχανε σταδιακά την όρασή της. Δεν της είπαν τίποτα για την κατάστασή της και στα δεκατρία της ήταν τυφλή. Οι γονείς της, ωστόσο, γέμισαν τα ενδιάμεσα χρόνια της ζωής της με εικόνες. Την πήγαν σε μουσεία, ταξίδεψαν πολύ και γέμισαν τα μάτια της με χρώματα. «Έχω όλες τις οπτικές εικόνες στο κεφάλι μου» είπε.
Λέει πως συμφωνεί με την απόφαση των γονιών της να κρατήσουν μυστική την επερχόμενη τύφλωσή της, αφού εάν το ήξερε μπορεί να τρομοκρατούνταν. Αλλά το γεγονός ότι δεν το ήξερε έκανε την κατάστασή της ενοχλητική. Σκουντουφλούσε συνέχεια πάνω σε πράγματα χωρίς να ξέρει το γιατί.
Έδωσε, τέλος, ένα όνομα στο πρόβλημά της όταν συνάντησε ένα άλλο κορίτσι που ήταν τυφλό. «Ήταν μια ανακούφιση για μένα, ξαφνικά είχα μια λέξη για κάτι που δεν λειτουργούσε τόσο καλά όσο τα άλλα.» είπε.
Οι γονείς της την ενθάρρυναν να ανακαλύψει τα νέα της όρια ως τυφλή, νοοτροπία που ενισχύθηκε όταν πήγε σε ένα κορυφαίο Γερμανικό λύκειο για τυφλούς. Έμαθε να ιππεύει άλογα, να κάνει καταβάσεις με σκι και έλκηθρο καθώς και καγιάκ στο γλυκό νερό. «Μας δίδαξαν τις τεχνικές και μας είπαν, εντάξει κάτι πρέπει να κάνετε» θυμάται. «Όλος ο κόσμος ήταν ανοιχτός για μας, εάν ξέραμε τις τεχνικές και τις μεθόδους.
Μια παρόμοια νοοτροπία υιοθέτησε για να διδάξει τους 29 θιβετιανούς μαθητές της ηλικίας από 4 έως 21. Τον Αύγουστο η ομάδα πήγε για ράφτινγκ και σχεδιάζουν να κατακτήσουν μια κοντινή κορυφή των Ιμαλαΐων του χρόνου. Το πρόγραμμα δίνει έμφαση σε δραστηριότητες καθημερινής διαβίωσης όπως η μαγειρική, η υγιεινή και η ανεξάρτητη διαβίωση, διδάσκει ωστόσο και επαγγελματικές δεξιότητες όπως χρήση υπολογιστή και Θιβετιανά, Κινέζικα και Αγγλικά. Παρέχεται επίσης εκπαίδευση για ειδικότητες χειροπρακτικού και μουσικού.
Το ενδιαφέρον της κυρίας Τένμπερκεν για το Θιβέτ, αρχίζει στο πανεπιστήμιο της Βόννης όπου αποφάσισε να ειδικευτεί στη θιβετολογία. Ήταν η μόνη τυφλή φοιτήτρια του προγράμματος και τα θιβετιανά δεν είχαν μετατραπεί σε μπραίηλ. Οπότε το έκανε μόνη της. Το πρώτο της ταξίδι στο Θιβέτ το 1994 τελείωσε γρήγορα. Κατέβηκε άρρωστη από το υψόμετρο και έπρεπε να πετάξει ως το σπίτι της.
Απτόητη επέστρεψε για τα καλά το 1998 αρχίζοντας το σχολείο της με ένα δάσκαλο και 6 μαθητές. Σύντομα διώχτηκαν από το πρώτο τους κτήριο λόγω έλλειψης χρημάτων.
Η ανεύρεση οικονομικών πόρων έχει κάτι το ζογκλερικό. Ο μηνιαίος προϋπολογισμός για το όλο πρόγραμμα είναι 1900 δολλάρια. Έσοδα από τη διατριβή της «Το Μονοπάτι Μου Οδηγεί Στο Θιβέτ» βοήθησαν να αγοραστεί το παρόν κτήριο ενώ κατέφθασαν δωρεές από ανθρώπους στη Γερμανία, την Ολλανδία και την Ελβετία.
Έχει στήσει και μια ιστοσελίδα, τη braillewithoutborders.org.
Τελειώνοντας τον καφέ της η κυρία Τένμπερκεν μας κάνει ένα γύρο στο σχολείο ενώ οι μαθητές κάνουν πρόβα το έργο τους. Η συγγραφέας του που κάποτε ζούσε σε ένα μικρό χωριό στο βόρειο Θιβέτ δεν ήξερε να διαβάζει και να γράφει όταν ήρθε στο σχολείο πριν από λίγα χρόνια. Τώρα κάνει σχέδια να γίνει χειροπρακτικός ενώ οι δίδυμοι αδερφοί της που αμφότεροι είναι τυφλοί, θέλουν να ανοίξουν ένα τεϊοποτείο.
Σύντομα, άλλοι τέσσερεις μαθητές θα αφήσουν το πρόγραμμα, για να πάνε σε κανονικά σχολεία, οι πρώτοι που θα κάνουν αυτή τη μετάβαση. «Τα παιδιά μας ρωτούν κάθε μέρα, πότε φεύγουμε;» λέει.
Το δικό της μέλλον θα παραμείνει πολυάσχολο, με σχέδια για παραπάνω προγράμματα σε παραπάνω χώρες. Εκείνη και ο κύριος Κρόνενμπεργκ ελπίζουν να ανοίξουν μια μέρα ένα κέντρο εκπαίδευσης, πιθανώς στη νότια Ινδία, όπου θα μάθουν σε άλλους πώς να ξεκινήσουν τα δικά τους προγράμματα για τους τυφλούς. Ο κύριος στόχος εξακολουθεί να είναι το να ενσταλάξουν αυτό-εκτίμηση και αυτό-πεποίθηση ώστε τα τυφλά παιδιά «να μην ντροπιάζονται άλλο πια.»
Ένα τυφλό παιδί, τονίζει, δεν θα μπορέσει ποτέ να οδηγήσει ένα φορτηγό. «Μπορούν όμως να διαβάσουν και να γράψουν στο σκοτάδι. Ποιος μπορεί να το κάνει αυτό;»
Πηγή:http://query.nytimes.com/gst/fullpage.html?res=9506EFDC103AF933A1575AC0A9659C8B63&sec=&spon=&pagewanted=2
Μετάφραση: Άρης Βαβούλης
