3.3 Συνεκπαίδευση
Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη ενότητα του παρόντος κεφαλαίου, παλαιότερα η εκπαίδευση των ΑμεΑ, όταν αυτή πραγματοποιούνταν, λάμβανε χώρα σε ξεχωριστή τοποθεσία σε σχέση με την εκπαίδευση του γενικού πληθυσμού των μαθητών χωρίς αναπηρίες. Ωστόσο, μεταγενέστερα εμφανίστηκε η ιδέα της κοινής φοίτησης, σε περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο δεν αποκλείεται από τη φύση της αναπηρίας, η οποία, σταδιακά, άρχιζε να κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στο πλαίσιο των σύγχρονων εκπαιδευτικών συστημάτων. Η εν λόγω ιδέα έχει εκφραστεί μέσα από πολλούς όρους, συμπεριλαμβανομένων των εξής (Thomas & Loxley, 2001):
- “μερική φοίτηση στη γενική τάξη” –
- “ένταξη” (“mainstreaming” – “integration”),
- “Πρωτοβουλία στη Γενική Εκπαίδευση” (“Regular Education Initiative”-RΕΙ),
- “συνεκπαίδευση” – “πλήρης συνεκπαίδευση” (inclusion – fullinclusion),
- “Καθολικός Σχεδιασμός” (“Universal Design”)
Πιο αναλυτικά, με στόχο να προωθηθεί η μέγιστη δυνατή ένταξη των μαθητών με αναπηρίες στο εκπαιδευτικό σύστημα, κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980 εισήχθη η πολιτική της «μερικής φοίτησης στη γενική τάξη», η οποία συνίσταντο στη μερική παρακολούθηση, εκ μέρους των μαθητών με αναπηρία, του προγράμματος της γενικής τάξης για ένα μέρος του σχολικού προγράμματος. Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην έννοια της «ένταξης» (integration), η οποία περιγράφει μία προσπάθεια αναδιάρθρωσης του εκπαιδευτικού συστήματος προκειμένου να καταστεί ενταχθεί σε αυτό η μέγιστη δυνατή ουσιαστική ενσωμάτωση των παιδιών με αναπηρία. Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο της προώθησης του θεσμού της ένταξης παιδιών ΑμεΑ, έγινε εστίαση στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της συνολικής λειτουργίας της ειδικής εκπαίδευσης μέσω της εφαρμογής συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων σε βασικούς τομείς (Σούλης, 2013).
Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπήρξε ουσιαστική εφαρμογή του θεσμού της ένταξης αφού έγιναν μόνο αποσπασματική αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, η οποία είχε ως συνέπεια την συνεύρεση των μαθητών με και χωρίς αναπηρίες στην ίδια σχολική μονάδα, χωρίς, ωστόσο, να διδάσκονται στην ίδια τάξη, ενώ, ταυτόχρονα, αυξήθηκε ο αριθμός παραπομπών παιδιών στις δομές της ειδικής εκπαίδευσης, χωρίς απαραιτήτως αυτά να φέρουν κάποια μείζονα αναπηρία. Ως εκ τούτου, εκφράστηκαν αμφιβολίες σχετικά με το εάν η λειτουργία του θεσμού των ειδικών τάξεων συνέβαλε στην ένταξη των μαθητών ΑμεΑ ή στην περαιτέρω περιθωριοποίησή τους. Επιδιώκοντας την άρση των προαναφερθέντων προβληματισμών, αναπτύχθηκε η έννοια της «συνεκπαίδευσης», η οποία οδήγησε σε ένα νέο εκπαιδευτικό θεσμό στο πλαίσιο της ειδικής αγωγής κατά τη δεκαετία του 1990 (Vislie, 2003).
Η από κοινού εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρίες αποτέλεσε ένα ισχυρό αίτημα των κοινωνικών κινημάτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των ΑμεΑ, τα οποία επιδιώκουν την άρση κάθε είδους αποκλεισμού στην εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό, οι εκφραστές των εν λόγω κινημάτων αντιτίθενται στη δημιουργία δύο διακριτών εκπαιδευτικών συστημάτων, δηλαδή του διαχωρισμού μεταξύ γενικής και ειδικής εκπαίδευσης ενώ, αντιθέτως, υποστηρίζουν ένα μοντέλο συμπεριληπτικής εκπαίδευσης όπου οι μαθητές με αναπηρίες ενσωματώνονται στις δομές γενικής εκπαίδευσης κατόπιν της εφαρμογής ορισμένων προσαρμογών χωρίς την ανάγκη συνολικής προσαρμογής του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες των μαθητών με αναπηρίες (Right to Education Initiative, 2023).
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που η συνεκπαίδευση συνδέεται συνήθως με την εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία, ωστόσο, βρίσκει εφαρμογή στο σύνολο των μαθητών. Πράγματι, σύμφωνα με το Γενικό Σχόλιο 4 της Επιτροπής για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, η συνεκπαίδευση συνιστά ένα καθολικό ανθρώπινο δικαίωμα (Committee on the Rights of Persons with Disabilities, 2016).
Βασική αρχή πάνω στην οποία δομείται η έννοια της συνεκπαίδευσης (ή συμπεριληπτικής εκπαίδευσης) αποτελεί η ιδέα ότι όλα τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν μαζί, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές που μπορεί να τα χαρακτηρίζουν. Στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίζεται η ικανότητα κάθε ατόμου να μάθει, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με αναπηρίες, καθώς και το γεγονός ότι κάθε άτομο χαρακτηρίζεται από διαφορετικές δυνάμεις, απαιτήσεις και στυλ μάθησης. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της συμπερίληψης επιδιώκεται μια εξατομικευμένη προσέγγιση με προγράμματα σπουδών, διδασκαλία και μεθόδους μάθησης που είναι ευέλικτες και προσαρμόσιμες στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε μαθητή. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές μεταξύ των μαθητών, η εκπαίδευση χωρίς αποκλεισμούς προωθεί τις ιδέες του σεβασμού και της αναγνώρισης της αξίας της διαφορετικότητας και επιδιώκει να εξαλείψει τις συμπεριφορές που οδηγούν στην εφαρμογή διακρίσεων σε επίπεδο τάξης ή, γενικά, κοινωνίας (Right to Education Initiative, 2023).
Στο άρθρο 24 παράγραφος 1 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD) προσδιορίζονται οι στόχοι ενός εκπαιδευτικού συστήματος χωρίς αποκλεισμούς (United Nations, 2006):
- πλήρης ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτοεκτίμησης, ενίσχυση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών και της διαφορετικότητας
- καλλιέργεια της προσωπικότητας, των ταλέντων και της δημιουργικότητας των ατόμων με αναπηρίες, καθώς και των πνευματικών και σωματικών τους ικανοτήτων, στο μέγιστο δυνατό βαθμό
- παροχή της ευκαιρίας ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής στα άτομα με αναπηρία
Η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, στο Γενικό Σχόλιο 9 (Committee on the Rights of the Child, 2007) για τα δικαιώματα των παιδιών με αναπηρίες, υποστήριξε την άποψη ότι η συνεκπαίδευση πρέπει να αποτελεί το ζητούμενο σε σχέση με την εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρίες. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, στο πλαίσιο της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD), η συνεκπαίδευση αναγνωρίζεται ως η βέλτιστη πρακτική για να γίνει αποτελεσματική εφαρμογή του δικαιώματος ισότιμης πρόσβασης στην εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρίες. Επιπροσθέτως, στο άρθρο 24 της παραγράφου 1 προβλέπεται ότι τα κράτη φέρουν την ευθύνη οργάνωσης ενός εκπαιδευτικού συστήματος στο οποίο δεν υφίστανται αποκλεισμοί σε κανένα επίπεδο προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή του δικαιώματος στην εκπαίδευση χωρίς διακρίσεις και στη βάση των ίσων ευκαιριών (UN, 2006).
Επιπλέον, η Επιτροπή CRPD εξέδωσε το Γενικό Σχόλιο 4 σχετικά με το δικαίωμα στη συνεκπαίδευση όπου αναφέρεται ότι η συνεκπαίδευση αποτελεί το πλέον αποτελεσματικό μέσο επιδίωξης ενός ισότιμου και δίκαιου εκπαιδευτικού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου κανένα παιδί δεν έρχεται αντιμέτωπο με κανενός είδους αποκλεισμό (Committee on the Rights of Persons with Disabilities, 2016)
Η συμπεριληπτική εκπαίδευση αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην εφαρμογή σε άτομα με αναπηρία. Επιδιώκει να αντιμετωπίσει τα συγκεκριμένα εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία στην απόλαυση του δικαιώματός τους στην εκπαίδευση, μέσω υποστήριξης και στέγασης, και να εξασφαλίσει την αποτελεσματική πρόσβασή τους στην εκπαίδευση και την εκπλήρωση του ατομικού δυναμικού τους επί ίσοις όροις με άλλους μαθητές σε ένα συμμετοχικό μαθησιακό περιβάλλον (Right to Education Initiative, 2023).