Μέσα από την εργασία, δίνονται στο άτομο ευκαιρίες ώστε να πάρει μέρος σε δραστηριότητες από τις οποίες θα μπορέσει να αυξήσει την κοινωνικοποίησή του αλλά και να γίνει περισσότερο ανεξάρτητο σε οικονομικό επίπεδο. Σύμφωνα με την υπό μελέτη βιβλιογραφία, ως εργασία ορίζεται «η σωματική ή πνευματική προσπάθεια που καταβάλει το άτομο για να παρέχει ένα έργο». Συχνά, ο όρος ταυτίζεται με αυτόν της απασχόλησης (Σούλης 2013).
Τα διάφορα μοντέλα περί αναπηρίας, έχουν επηρεάσει σημαντικά τις αντιλήψεις της κοινωνίας σε ότι έχει να κάνει με την εργασία των ατόμων με αναπηρία. Σύμφωνα με το ιατρικό μοντέλο όπου η αναπηρία είναι απόκλιση από το φυσιολογικό και δε λαμβάνεται υπόψη η αλληλεπίδραση του ατόμου με περιβαλλοντικούς παράγοντες, οι έχοντες κάποιου είδους αναπηρία, θα πρέπει να μη συμμετέχουν ενεργητικά τόσο στην εργασία όσο και στην ίδια εν γένει την κοινωνία. Στον αντίποδα, το κοινωνικό μοντέλο, τοποθετεί την ίδια την κοινωνία στο επίκεντρο, θέτοντας εμπόδια στα άτομα με αναπηρίες καθώς είναι φτιαγμένη από άτομα που δεν έχουν αναπηρία. Έτσι στο μοντέλο αυτό, άτομα με αναπηρία, δέχονται συχνά διακρίσεις, προκαταλήψεις αλλά και δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες (Kershener & Marakas 2024).
Το κοινωνικό μοντέλο σήμερα θεωρείται το επικρατέστερο, έναντι του ιατρικού, λειτουργώντας θετικά στην ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην εργασία και στην απασχόληση. Συνέβαλε επίσης στην ενδυνάμωση των ατόμων αυτών, με σκοπό να διεκδικήσουν όσα τους αξίζουν, στην εργασία, στην ενίσχυση της εκπαίδευσης αλλά και στη αύξηση των προσόντων και των δεξιοτήτων τους για την είσοδό τους στην απασχόληση.
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, εφαρμόζεται από τις περισσότερες χώρες του δυτικού και ανεπτυγμένου κόσμου. Σκοπός της είναι η διασφάλιση των δικαιωμάτων όσων έχουν αναπηρία και την πρόσβασή τους στην εργασία. Ταυτόχρονα, αποκλείει τις διακρίσεις και καθιερώνει την αναπροσαρμογή των οργανισμών ώστε να είναι προσβάσιμοι να δεχτούν άτομα με αναπηρίες (Kershener & Marakas, 2024). Οι αναπροσαρμογές αυτές αφορούν τις κατάλληλες κάθε φορά αλλαγές στον εργασιακό χώρο που προσφέρουν την ευκαιρία στους εργαζόμενους με αναπηρίες να εργάζονται με τρόπο αποτελεσματικό και να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη από την εργασία τους.
Σε κίνηση που μπορεί να θεωρηθεί ως επαναστατική, προχώρησαν χώρες της δυτικής Ευρώπης, όπως το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστρία κ.α., με τη θέσπιση νόμου περί υποχρεωτικότητας στις προσλήψεις ατόμων με αναπηρίες και συγκεκριμένα το 5% επί του συνόλου των εργαζομένων. Με τη ρύθμιση αυτή, δόθηκε η ευκαιρία σε άτομα με αναπηρίες να μιλήσουν ανοιχτά για την αναπηρία τους κατά τη διαδικασία της πρόσληψής τους. Ωστόσο, αν και σαν ρύθμιση θεωρείται επαναστατική, μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργεί και το αίσθημα κατωτερότητας καθώς ενδέχεται να ερμηνευτεί η πρόσληψη ως επιταγή του νόμου και όχι ως προσωπική επιλογή των εργοδοτών.
Στις ΗΠΑ τέλος, με τον Νόμο ADA, προβλέπεται η ίση αντιμετώπιση όλων των ατόμων στην αγορά εργασίας ανεξάρτητα από το αν έχουν κάποια αναπηρία. Δεν επιτρέπει δηλαδή τις διακρίσεις τόσο ως προς την απασχόληση όσο και ως προς τις αμοιβές των εργαζομένων. Τέλος, υποχρεώνει τους εργοδότες ώστε να διευκολύνουν την εργασία των ατόμων με αναπηρίες.