«Ο ρόλος των συναδέλφων στην εργασιακή προσαρμογή των ατόμων με αναπηρία»-Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Δέσποινας Τσιτώνα- Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Σχολή Κοινωνικών Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας-ΠΜΣ «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση»-Μέρος 8ο

Οκτ 15, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

1.2.2.     Οπτική αναπηρία

 

Αναμφισβήτητα η όραση αποτελεί έναν από τα σημαντικότερα μέσα επικοινωνίας. Μέσα από την όραση, γίνεται η πρόσληψη των περισσότερων πληροφοριών. Η απώλεια της όρασης ή η μείωσή της, έχει σημαντική επίπτωση στη ζωή ενός ατόμου είτε είναι εκ γενετής είτε επίκτητη. Παγκοσμίως, σύμφωνα με την υπό μελέτη βιβλιογραφία, εκτιμάται πως 253 εκατ. άνθρωποι αντιμετωπίζουν προβλήματα στην όρασή τους. Από αυτούς, τα 36 εκατ. είναι τυφλοί ενώ 217 εκατ. έχουν απώλεια όρασης από μέτρια ως και σοβαρή (Χριστοδούλου & Χριστόπουλος, 2016).

Η κληρονομικότητα, αποτελεί τον βασικό παράγοντα εμφάνισης της οπτικής αναπηρίας ή των προβλημάτων στην όραση. Τα αίτια ωστόσο είναι προγενετικά, διαγενετικά ή και μεταγενετικά (Ζώνιου-Σιδέρη & Σπανδάγου, 2005). Στα διαγενετικά αίτια περιλαμβάνονται οι τραυματισμοί του κρανίου του μωρού κατά την ώρα της γέννησής του (Warren, 2009).

Πολλές είναι μορφές της οπτικής αναπηρίας. Η κάθε μορφή απαιτεί και την κατάλληλη κάθε φορά εκπαιδευτική προσαρμογή από τη μεριά του ατόμου (Ζώνιου-Σιδέρη & Σπανδάγου, 2005). Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, η όραση διακρίνεται σε τέσσερις κατηγορίες, την «κανονική», τη «μέτρια οπτική αναπηρία», τη «σοβαρή οπτική αναπηρία» και τέλος την «τύφλωση». Η μέτρια οπτική αναπηρία και η σοβαρή οπτική αναπηρία, ανήκουν στην κατηγορία της χαμηλής όρασης. Κατά την ελληνική νομοθεσία και σύμφωνα με τον Ν958/1979, «τυφλό θεωρείται κάθε άτομο του οποίου η οπτική οξύτητα είναι μικρότερη από το 1/20 της φυσιολογικής στον οφθαλμό που βλέπει καλύτερα και με την καλύτερη δυνατή διόρθωση».

Σύμφωνα με τον Τσιναρέλη (2005), η κατηγοριοποίηση της οπτικής αναπηρίας στρέφεται όλο και περισσότερο προς όρους που σχετίζονται με την εκπαίδευση. Από πλευράς ορολογίας, αυτή η ταξινόμηση διαφέρει σημαντικά από την νομική, η οποία εστιάζει κυρίως στην απόδοση της όρασης με βάση την απόσταση. Η εκπαιδευτική ταξινόμηση διακρίνει τρεις κατηγορίες, την μέτρια οπτική αναπηρία, τη σοβαρή οπτική αναπηρία και τη βαριά οπτική αναπηρία (Ζώνιου-Σιδέρη & Σπανδάγου, 2005). Η ταξινόμηση αυτή σχετίζεται με τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία οι μαθητές μπορούν να συμμετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία και να μάθουν. Έτσι, μαθητές με τύφλωση, μπορούν να χρησιμοποιούν μη οπτικά μέσα κατά την εκπαιδευτική διαδικασία ενώ οι μαθητές με μειωμένη όραση μπορούν να μέσω της υπολειμματικής τους όρασης να μετέχουν στην εκπαιδευτική διαδικασία μέσω τροποποιήσεων των μεθόδων.

Τα άτομα με οπτική αναπηρία, καλούνται να διαχειριστούν ποικίλα προβλήματα και καταστάσεις (Χιουρέα, 1998). Στον κοινωνικό τομέα και ιδίως στις διαπροσωπικές σχέσεις, οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα επιδραστικές. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν διεξαχθεί, άτομα με οπτική αναπηρία εμφανίζουν υψηλά επίπεδα απομόνωσης ενώ παράλληλα εμφανίζουν δυσκολίες στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. Ένας ακόμα τομέας στον οποίο τα άτομα με οπτική αναπηρία αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες, είναι η φυσική κατάσταση (Warren, 2009). Σύμφωνα με έρευνες, το επίπεδο φυσικής κατάστασης των παιδιών με οπτική αναπηρία αλλά και των ενηλίκων, είναι χαμηλότερο σε σχέση με τα παιδιά χωρίς οπτική αναπηρία.

Στον επαγγελματικό τομέα, οι επιπτώσεις της οπτικής αναπηρίας είναι εξίσου σημαντικές. Οι επιπτώσεις εντοπίζονται κυρίως στο χώρο εργασίας αλλά και όταν τα άτομα αυτά αναζητούν εργασία. Οι προκλήσεις και οι διακρίσεις σχετίζονται κυρίως με τη στάση των εργοδοτών απέναντι στους αναζητούντες εργασία (Σούλης, 2013). Τέλος, σημαντικός είναι ο αντίκτυπος στον ψυχολογικό τομέα των ατόμων με οπτική αναπηρία καθώς μπορεί να εμφανίσουν άγχος, κατάθλιψη, μοναξιά, άρνηση της κατάστασης κ.α..

Μετάβαση στο περιεχόμενο