1.2 Είδη αναπηρίας
1.2.1 Νοητική αναπηρία
Η νοητική αναπηρία, είναι ένα φαινόμενο πολυδιάστατο. Μέσα από τη μελέτη τη βιβλιογραφίας, έγινε σαφές ότι υπάρχουν πολλοί ορισμοί και όροι για τη νοητική αναπηρία. Έτσι, θα λέγαμε ότι η νοητική αναπηρία αποτελεί έναν όρο «ομπρέλα» (Παυλίδου, 2015). Σύμφωνα με την υπό μελέτη βιβλιογραφία, για τα άτομα με νοητική αναπηρία ανά τους αιώνες χρησιμοποιούσαν διάφορους χαρακτηρισμούς με πολύ αρνητική σημασία, οι οποίοι τον 21ο αιώνα, θεωρούνται ξεπερασμένοι και οδηγούν σε στιγματισμό και αποκλεισμό για τα άτομα με αναπηρίες (Hoddap, 2012).
Έχουν διατυπωθεί ποικίλοι ορισμοί για τη νοητική αναπηρία, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη τους διάφορες πτυχές και χαρακτηριστικά της. Σήμερα, όλοι οι ορισμοί συγκλίνουν στο ότι ένα άτομο θεωρείται ότι έχει νοητική αναπηρία όταν επιτυγχάνει σκορ κάτω από 75 σε τεστ που αξιολογούν το νοητικό του επίπεδο, αντιμετωπίζει προβλήματα σε τουλάχιστον μία από δέκα συγκεκριμένες περιοχές, όπως η εκπαίδευση, η αυτονομία και η ελεύθερη μετακίνηση, και παρουσιάζει δυσκολίες μάθησης κατά την παιδική ή εφηβική ηλικία (Παυλίδου, 2015). Ακόμα, οι δεξιότητες του κάθε ατόμου οφείλουν να εξετάζονται με ιδιαίτερη προσοχή, καθώς όλοι διαθέτουν τόσο δυνατά όσο και αδύναμα σημεία. Με την κατάλληλη υποστήριξη, είναι δυνατόν να σημειωθεί βελτίωση στις επιδόσεις τους. Επιπλέον, η αξιολόγησή τους θα πρέπει να γίνεται συγκριτικά με άτομα της ίδιας ηλικιακής ομάδας και αντίστοιχου κοινωνικού πλαισίου. (Παυλίδου. 2016).
Από το 1959 μέχρι και 1983, η νοητική αναπηρία χαρακτηριζόταν ως «γενική νοητική υπολειτουργία». Το 1992, αναφέρεται στη βιβλιογραφία ότι η νοητική αναπηρία συνδέεται με «συγγενείς ή δευτερογενείς περιορισμούς». Την περίοδο αυτή η λειτουργικότητα εμφανίζεται ως έννοια ενώ παράλληλα ενισχύεται η προσαρμοστικότητα (Anstoz, 2012). Από το 2001 και μετά, έγινε προσπάθεια από την επιστημονική κοινότητα, ώστε ο όρος «νοητική καθυστέρηση / αναπηρία» να μην έχει αρνητικό πρόσημο (Thomas, 2009). Η Αμερικανική Ένωση για τη Νοητική Καθυστέρηση, την περίοδο αυτή, προτείνει να αντικατασταθεί η ορολογία αυτή. Έτσι, σύμφωνα με την υπό μελέτη βιβλιογραφία, προτάθηκαν για πρώτη φορά όροι όπως «νοητική αναπηρία / αναπηρίες», «αναπτυξιακές αναπηρίες», «γνωστική / προσαρμοστική αναπηρία ή καθυστέρηση», μεταξύ άλλων. Η μελέτη της βιβλιογραφίας έδειξε ότι οι διάφορες χώρες, προτιμούν και άλλο ορισμό για την έννοια της νοητικής αναπηρίας (Κρασανάκης, 2009).
Ο όρος «νοητική αναπηρία», θεωρείται από την επιστημονική κοινότητα ως ο πλέον κατανοητός καθώς:
- «Αντανακλά την αλλαγή στη δομή της αναπηρίας» σύμφωνα με τον WHO
- Συμφωνεί με τις πλέον πρόσφατες επιστημονικές πρακτικές
- Παρέχει εξατομικευμένη υποστήριξη και δίνει έμφαση στην οικοσυστημική θεωρία
- Είναι λιγότερο προσβλητικός ως όρος
- Συμβαδίζει με την διεθνή ορολογία»
Το έτος 2010 σηματοδοτεί μία σημαντική καμπή στην εξέλιξη του εννοιολογικού πλαισίου της νοητικής καθυστέρησης. Για την ακριβή οριοθέτηση του φαινομένου και την επιλογή του πλέον κατάλληλου όρου και ορισμού, είναι απαραίτητο να ληφθεί σοβαρά υπόψη η συνολική κοινωνική αντίληψη για το άτομο, τους θεσμικούς φορείς, το υφιστάμενο σύστημα κατηγοριοποίησης και αξιολόγησης, καθώς και η δομή της κοινωνικής οργάνωσης και τα επικρατούντα πρότυπα στο κοινωνικό πλαίσιο όπου το άτομο ζει και δραστηριοποιείται (Anstoz, 2012). Με βάση τα ανωτέρω, προτείνεται η χρήση του όρου «νοητική αναπηρία», ο οποίος ορίζεται ως η αναπηρία που χαρακτηρίζεται από καίριους περιορισμούς στη νοητική λειτουργία και την προσαρμοστική συμπεριφορά, εκδηλούμενους στις γνωστικές, κοινωνικές και πρακτικές δεξιότητες. Επιπροσθέτως, η εν λόγω αναπηρία πρέπει να εμφανίζεται προ της ηλικίας των δεκαοκτώ ετών (Hoddap, 2012) και τα άτομα με μέτρια και σοβαρή ή βαριά νοητική αναπηρία, επηρεάζονται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους ενώ δεν εφικτή η αυτόνομη διαβίωσή τους. Χρειάζονται υποστήριξη τόσο στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην εργασία, στην κοινωνική ενσωμάτωση αλλά και στην αυτοεξυπηρέτηση (Anstoz, 2012).