Εισαγωγή
Τα άτομα με αναπηρία πολύ συχνά νιώθουν μοναξιά και την απομόνωση στην καθημερινή ζωή σε σύγκριση με άτομα χωρίς αναπηρία και ένας από τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην περίπτωση αυτή είναι και η ανεργία (Macdonald et al., 2017). Η απομόνωση ορίζεται ως η απουσία ενός αποδεκτού κοινωνικού δικτύου, το οποίο εκ των πραγμάτων παρέχει την αίσθηση του «ανήκειν» (Macdonald et al., 2017), η οποία φαίνεται να έχει θετική συσχέτιση με την εργασιακή κοινωνική στήριξη (Wilson, Jaques, Johnson, & Brotherton, 2016). H εργασιακή κοινωνική στήριξη, ως ειδικότερη μορφή της κοινωνικής, προέρχεται από τα υπόλοιπα άτομα που δουλεύουν στο ίδιο εργασιακό περιβάλλον αλλά και από τους προϊστάμενους (Karasek & Theorell, 1990) και θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινωνικής στήριξης που λαμβάνουν εν γένει τα άτομα καθώς μέσα στον εργασιακό χώρο, ο οποίος αποτελεί ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων (Chadsey and Beyer, 2001), τα ίδια τα άτομα περνούν πολλές ώρες κατά τη διάρκεια της μέρας.
Συνεπώς είναι πολύ σημαντικός ο ρόλος των συναδέλφων στην εργασιακή προσαρμογή των ατόμων με αναπηρία, καθώς αποτελούν πρωταρχική πηγή της παρεχόμενης καθημερινής στήριξης σε έναν εργασιακό χώρο (Nord et al., 2013) και κατ’ αυτόν τον τρόπο επηρεάζουν και την κοινωνικοποίησή τους γενικότερα (Kulkarni & Lengnick-Hall, 2011). Θεωρείται ότι οι συνάδελφοι είναι αυτοί που επηρεάζουν τόσο την αρχική όσο και την τελική αποδοχή των ατόμων με αναπηρία μέσα σε ένα εργασιακό περιβάλλον κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι εάν από την πλευρά τους υπάρχει αποκλεισμός, το γεγονός αυτό εμποδίζει συνολικά την ενσωμάτωση του ατόμου με αναπηρία σε μία επιχείρηση (Kulkarni & Lengnick- Hall, 2011).
Είναι επομένως μεγίστης σημασίας αφού εξεταστεί η γενικότερη στάση των συναδέλφων χωρίς αναπηρία απέναντι στους εργαζόμενους με αναπηρία, να διερευνηθούν οι μεταβλητές που τη χαρακτηρίζουν και την επηρεάζουν προκειμένου να διευκολυνθεί η αύξηση της κοινωνικής συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία και μέσω της καλλιέργειας της αίσθησης του «ανήκειν» αλλά και της γενικότερης βελτίωσης των συναδελφικών σχέσεων να γίνει όσο το δυνατόν ομαλότερη η εργασιακή τους προσαρμογή και κατ’ επέκταση να μειωθούν τα επίπεδα ανεργίας για τα άτομα με αναπηρία.
Τα οφέλη όμως που προκύπτουν από την επιτυχημένη κοινωνική αλληλεπίδραση των εργαζομένων με αναπηρία και των συναδέλφων τους σε μία επιχείρηση είναι πολλαπλά και δεν αφορούν αποκλειστικά τα άτομα με αναπηρία γεγονός που επίσης χρήζει περαιτέρω έρευνας. Για τους παραπάνω λόγους, επιλέχτηκε το συγκριμένο θέμα καθώς πρόκειται για ένα θέμα το οποίο μπορεί να διερευνηθεί παραπάνω και είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο.
Η εργασία διαμορφώνεται σε επιμέρους υποκεφάλαια. Στο πρώτο μέρος της εργασίας, αναπτύσσονται οι διάφορες προσεγγίσεις περί αναπηρίας, οι ηθικές προσεγγίσεις, το ιατρικό μοντέλο, και το κοινωνικό μοντέλο το οποίο και αποτελεί το επικρατέστερο μοντέλο σήμερα στο δυτικό κόσμο. Εν συνεχεία γίνεται εκτενής αναφορά στα είδη της αναπηρίας, τη νοητική, την οπτική, την ακουστική και την κινητική αναπηρία. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στην κοινωνική στήριξη και τους διάφορους ορισμούς που η επιστημονική κοινότητα έχει προτείνει, τα είδη της, της επιμέρους κατηγορίες της αλλά και την κοινωνική εργασιακή στήριξη. Έπειτα, γίνεται αναφορά στην επαγγελματική αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία, στα πλεονεκτήματα, στα μειονεκτήματα και στις μορφές εργασίας. Τέλος, η εργασία αναφέρεται στην εργασιακή ενσωμάτωση των ατόμων με αναπηρία, στο νομικό της πλαίσιο, στους παράγοντες που την επηρεάζουν, στην αντιμετώπιση τους από το περιβάλλον εργασίας αλλά και στους περιορισμούς που βιώνουν μέσα στον εργασιακό χώρο τα άτομα με αναπηρία και στη στάση εργοδοτών απέναντι σε αυτούς, η οποία όπως φαίνεται επηρεάζει και τη στάση των συναδέλφων.
Στο δεύτερο μέρος της εργασίας, αναπτύσσεται και αναλύεται η μεθοδολογία της έρευνας, που πρόκειται για μια βιβλιογραφική ανασκόπηση, οι στόχοι που τέθηκαν, τα ερευνητικά ερωτήματα και ο σκοπός της. Στη συνέχεια γίνεται μία παρουσίαση των αποτελεσμάτων από 25 άρθρα. Στο τελευταίο κομμάτι του δεύτερου μέρους, γίνεται μια απόπειρα για μια κριτική προσέγγιση των αποτελεσμάτων αυτών, παρουσίαση των περιορισμών, προτάσεις για μελλοντική έρευνα αλλά και οι πρακτικές εφαρμογές οι οποίες και ολοκληρώνουν αυτή την εργασία.