«Επαγγελματικές Επιλογές των Ατόμων με Αναπηρία: Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση»-Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Υμέρι – Τάσση Ιωάννας- Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Σχολή Κοινωνικών Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας-ΠΜΣ «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση»-Μέρος 16ο

Οκτ 7, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

3.3.3.1. Εκπαίδευση στην Ελλάδα

Το εκπαιδευτικό σύστημα στην χώρα μας περιλαμβάνει τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης, την Πρωτοβάθμια, την Δευτεροβάθμια και την Τριτοβάθμια. Κάθε επίπεδο είναι διαφορετικό και έχει τον δικό του σκοπό, όλα όμως υπάγονται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων και ακολουθούν συγκεκριμένους σκοπούς και κανόνες. Η υποχρεωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα περιλαμβάνει την διετή φοίτηση των νηπίων στο Νηπιαγωγείο, την εξαετή φοίτηση των μαθητών στο Δημοτικό σχολείο και την τριετή φοίτηση των μαθητών στο Γυμνάσιο. Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, άρθρο 458 (4*)  η παράληψη εγγραφής και εποπτείας αναφορικά με την φοίτηση του παιδιού στις παραπάνω τάξεις, ανεξάρτητα από το ποιος έχει την επιμέλεια του ανήλικου μαθητή, τιμωρείται.

Παρ’ όλα αυτά, το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας αντιμετωπίζει πολλές προκλήσεις και δυσκολίες. Πιο αναλυτικά, η έλλειψη υλικοτεχνικών υποδομών σε συνδυασμό με την υπερφόρτωση των τάξεων (25 μαθητές σε ένα τμήμα), περιορίζει την εξατομικευμένη διδασκαλία και την εφαρμογή εκσυγχρονιστικών διδακτικών μεθόδων, με αποτέλεσμα ο εκπαιδευτικός να λειτουργεί δασκαλοκεντρικά, και σύμφωνα με τις αρχές της παραδοσιακής διδασκαλίας, αδυνατώντας να διακρίνει τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες κάποιων μαθητών. Έτσι το «χάσμα» μεταξύ των μαθητών μεγαλώνει και δύσκολα «γεφυρώνεται» αργότερα. Σε μία προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος δημιουργήθηκαν Προγράμματα Ενισχυτικής Διδασκαλίας για μαθητές που παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες και για αλλοδαπούς μαθητές και τέθηκαν σε λειτουργία Ειδικά Σχολεία, θεσπίστηκε η Παράλληλη Στήριξη και ενσωματώθηκαν Τμήματα Ένταξης στο γενικό Δημοτικό σχολείο.

Ωστόσο, τα προβλήματα για την δρομολόγηση μελλοντικής επαγγελματικής αποκατάστασης εξ ακολουθούν να υφίσταται. Είναι γεγονός ότι η έννοια της ένταξης των ατόμων με αναπηρία, ξεκινά από το δημοτικό σχολείο, το οποίο και θεωρείται σημαντικότατος φορέας κοινωνικοποίησης. Η έννοια της συνεκπαίδευσης (5*) εάν και υφίσταται, δεν εφαρμόζεται ουσιαστικά. Κατ’ επέκταση, οι μαθητές με αναπηρία, καταλήγουν να απογοητεύονται, να έχουν αισθήματα κατωτερότητας και χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με αποτέλεσμα να παύουν να ενδιαφέρονται για το επαγγελματικό τους μέλλον.

Μετά την φοίτηση των μαθητών με αναπηρία στην Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δημιουργήθηκε η ανάγκη ίδρυσης κέντρων κατάρτισης, σε μια προσπάθεια ένταξης στον εργασιακό χώρο. Έτσι τέθηκαν σε λειτουργία τα ΚΕΕΚ (Κέντρα Ειδικής Επαγγελματικής Κατάστασης), τα οποία συνδέονται άμεσα με την οικονομία και την αγορά εργασίας.

Προς ενθάρρυνση, τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας γίνονται μεγάλες προσπάθειες ώστε να δημιουργηθεί μια διαφορετική προσέγγιση σχετικά με την ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στον επαγγελματικό τομέα (Πετράκος, 2005, όπως αναφέρεται στο Κουτουβέλη κ.ά. 2020), όπως επίσης και σημαντικά βήματα στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης των ΑμεΑ (Μπαλάσκας, 2006), οι οποίες παρουσιάζονται εκτενέστερα στην επόμενη ενότητα.

 

4* Με το ΠΔ 161/2000, ΦΕΚ 145/Α/23-6-2003, ορίζεται ότι: “Μεταβιβάζονται στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις οι ακόλουθες αρμοδιότητες, τοπικού ενδιαφέροντος, που αφορούν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση: 13. Κυρώσεις στους γονείς και κηδεμόνες που δεν εγγράφουν τα παιδιά τους στο σχολείο και αμελούν για την τακτική φοίτησή τους (άρθρο 2 παρ. 3 Ν.1566/85 ΦΕΚ 167/ Α).

5* «Η συνεκπαίδευση, ή αλλιώς συμπεριληπτική εκπαίδευση, αποτελεί μια σύγχρονη εκπαιδευτική προσέγγιση που ενθαρρύνει την κοινή εκπαίδευση μαθητών με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως αυτισμό, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) και νοητική υστέρηση, με μαθητές τυπικής ανάπτυξης στις ίδιες τάξεις. Αυτή η πρακτική βασίζεται στην ιδέα ότι όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως διαφορών ή αναγκών, έχουν δικαίωμα στην ίδια ποιότητα εκπαίδευσης και κοινωνικής ένταξης» (Αγοραστός, 2025).

 

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο