3.3.4. Το Φύλο και η Ηλικία
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό κοινωνικό και εργασιακό ζήτημα που συνδέεται με διάφορες προκλήσεις και ανισότητες αποτελεί η ένταξη των γυναικών με αναπηρία στον εργασιακό βίο. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες και την πρόοδο που έχει λάβει χώρα με σκοπό την προώθηση της ισότητας των φύλων και την προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία, οι γυναίκες με αναπηρία εξακολουθούν να έρχονται αντιμέτωπες με διάφορα εμπόδια στην αγορά εργασίας.
Είναι γεγονός ότι οι εργαζόμενες γυναίκες με αναπηρία, φαίνεται, από τις εργασιακές τους εμπειρίες, να αντιμετωπίζουν διπλό μειονέκτημα που σχετίζεται με το φύλο και την αναπηρία τους, επηρεάζοντας την ψυχολογική τους ευημερία (Brown & Moloney, 2019· Randolph, 2005· Chan & Hutchings, 2023). Μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι τα άτομα με αναπηρίες που είναι επίσης μέλη άλλων μειονοτικών ομάδων ή γυναίκες, αντιμετωπίζουν διπλή διάκριση (Randolph, 2005). Λόγω του φύλου και της αναπηρίας τους, οι γυναίκες με αναπηρία είναι κοινωνικά κατασκευασμένες ως αδύναμες και εξαρτώμενες (Miles, 2019).
Πιο αναλυτικά, οι δυσκολίες αυτές δεν σχετίζονται μόνο με τις δυνατότητές τους, αλλά κυρίως υφίσταται λόγω κοινωνικών στερεοτυπικών αντιλήψεων που υπάρχουν γύρω από την εικόνα της γυναίκας με αναπηρία, εξαιτίας των οποίων η πρόσβασή τους στην αγορά εργασίας καθίσταται δυσκολότερη. Οι εμπειρίες των εργαζόμενων γυναικών με αναπηρία απεικονίζουν δυναμικά τη συνεχιζόμενη σημασία των ιεραρχιών κατάστασης στο χώρο εργασίας (Pettinicchio & Maroto, 2017). Ακολούθως, παρουσιάζονται μελέτες αναφορικά με την απασχόληση των γυναικών με αναπηρία και τις διακρίσεις που αυτές υφίσταται στον χώρο εργασίας τους.
Συγκεκριμένα, ευρήματα αποκαλύπτουν ότι πρόσθετη πίεση στις γυναίκες με αναπηρία προκαλούν οι έμφυλες δομές της εργασιακής αγοράς, επιβεβαιώνοντας την μειονεκτική θέση των γυναικών με αναπηρία, επισημαίνοντας ότι το φύλο είναι καθοριστικός παράγοντας (Ballo, 2023). Ταυτόχρονα φάνηκε ότι οι γυναίκες με αναπηρία έχουν το χαμηλότερο προβλεπόμενο εισόδημα, χαμηλότερο και από τις γυναίκες χωρίς αναπηρία και από τους άνδρες με αναπηρία.
Ακόμη, μελέτες δείχνουν ότι οι έγχρωμες γυναίκες με αναπηρία βιώνουν περιθωριοποίηση εντός των κυρίαρχων πλειοψηφικών κοινοτήτων (Miles, 2019). Η έρευνα των Oberoi et al., (2015), εξετάζει τις ανισότητες μεταξύ γυναικών με αναπηρία εξαιτίας της καταγωγής τους. Πιο αναλυτικά, αναφέρεται ότι σκοπός της μελέτης είναι να εξετάσει τις διαφορές στα αποτελέσματα της απασχόλησης για τις Αφροαμερικανίδες και τις λευκές γυναίκες με αναπηρίες που έλαβαν υπηρεσίες επαγγελματικής αποκατάστασης. Διαπιστώθηκε ότι, σε σύγκριση με τις λευκές γυναίκες με αναπηρία, οι Αφροαμερικανίδες είχαν χαμηλότερες πιθανότητες απασχόλησης. Επομένως, μπορούμε να συμπεράνουμε πως οι έγχρωμες γυναίκες υφίσταται μεγαλύτερες ανισότητες στον χώρο εργασίας τους, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες γυναίκες με αναπηρία (Miles, 2019· Oberoi et al., 2015).
Επιπλέον η διάκριση στον εργασιακό χώρο δεν περιορίζεται μόνο στις γυναίκες με αναπηρία, αλλά επηρεάζει κι άλλες ομάδες, όπως είναι οι ηλικιακά μεγαλύτεροι εργαζόμενοι με αναπηρία. Τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας με αναπηρία, αντιμετωπίζουν και εκείνοι διπλή διάκριση εξαιτίας της ηλικίας και της αναπηρίας τους. Το άρθρο του Gutterman, (2023), συζητά τον ηλικιακό ρατσισμό και την αναπηρία και την υλοποίηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ηλικιωμένων με αναπηρίες. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τα άτομα με αναπηρία, και ιδιαίτερα εκείνα που είναι μεγαλύτερης ηλικίας, καλούνται να αντιμετωπίσουν σημαντικά εμπόδια αναφορικά με την ένταξή τους στην αγορά εργασίας, όπως είναι τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις, άλλες μορφές πατερναλιστικής (6*) και συγκαταβατικής μεταχείρισης, οι διακρίσεις, ο φόβος, ο εκφοβισμός κ.ά.
Ακόμη, η έρευνα των Bjelland et al., (2010), επισημαίνει ότι οι ηλικιωμένοι με αναπηρία έρχονται αντιμέτωποι με τον ηλικιακό ρατσισμό («ageism»), καθώς υπάρχει η πεποίθηση ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι είναι λιγότερο αποτελεσματικοί, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η ένταξή τους στον εργασιακό στίβο.
Πιο αναλυτικά, η έρευνα αποκάλυψε ότι η Αμερικανική Ένωση Συνταξιούχων (AARP) διαπίστωσε πρόσφατα ότι το 27% των ερωτηθέντων ηλικίας 55-64 ετών αναβάλλουν τα σχέδια συνταξιοδότησης. Η τάση αυτή είναι επίσης εμφανής όσον αφορά την αύξηση των ποσοστών συμμετοχής των εργαζομένων ηλικίας 55 ετών και άνω στο εργατικό δυναμικό από 30,3% το 1996 σε 38,0% το 2006, ενώ το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί σε 42,8% έως το 2016. Ωστόσο, τα κοινά αρνητικά στερεότυπα για τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας εξακολουθούν να υπάρχουν. Στηριζόμενοι στην ιδέα ότι δεν αποδίδουν τόσο καλά, είναι λιγότερο εκπαιδεύσιμοι, λιγότερο οικονομικά επωφελείς, πιο δαπανηροί και φτωχότερη απόδοση της επένδυσης, σε σύγκριση με τους νεότερους εργαζόμενους. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένα κοινά στερεότυπα των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, όπως για παράδειγμα, η κακή απόδοση, έχουν διαψευστεί από ένα σώμα ερευνών δείχνουν ότι η απόδοση τείνει να βελτιώνεται με την ηλικία και ότι οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας είναι λιγότερο πιθανό να παραιτηθούν.
6 Πατερναλισμός ο [paternalizmós] Ο17 : Προστατευτική στάση της εργοδοσίας απέναντι στους εργαζομένους και γενικότερα του κράτους απέναντι στους πολίτες, η οποία αποβλέπει στον έμμεσο αλλά απόλυτο έλεγχο των διεκδικήσεών τους.
[λόγ. < αγγλ. paternalism (-ism = -ισμός)] (Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας).