3.2 Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με την εκδήλωση της κακοποίησης σε παιδιά με αναπηρίας;
3.2.1. Ατομικοί παράγοντες
Το φύλο
Οι ερευνητές θεωρούν το φύλο, σε συνδυασμό με το είδος της αναπηρίας, πολύ σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ενδοοικογενειακή βία των παιδιών με αναπηρία. Μεταξύ των παιδιών με αναπηρίες, περισσότερα αγόρια παρά κορίτσια υπήρξαν θύματα παραμέλησης, σωματικής και συναισθηματικής κακοποίησης. Για τη σεξουαλική κακοποίηση, θύματα ήταν περισσότερα κορίτσια με αναπηρία παρά αγόρια και σε αυτή την έρευνα. Παιδιά με αναπηρίες κακοποιήθηκαν σε μικρότερες ηλικίες σε σχέση με τους συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρία, με την πλειονότητα να κακοποιείται μεταξύ γέννησης και ηλικίας 5 ετών (Sullivan & Knutson, 2000).
Ως προς το είδος της αναπηρίας σε σχέση με το φύλο, ο Sullivan (2009) στην έρευνά του αναφέρει ότι τα παιδιά με διαταραχές συμπεριφοράς, νοητική υστέρηση και σωματικές αναπηρίες ήταν τα πιο ευάλωτα στη σεξουαλική κακοποίηση και τα αγόρια φαινόταν να είναι πιο επιρρεπή από τα κορίτσια. Ενώ σε άλλη έρευνα αναδεικνύεται ότι τα κορίτσια με γλωσσικές αναπηρίες είναι πολύ πιο πιθανό να βιώσουν σεξουαλική κακοποίηση (Chiamulera, 2016).
Σημαντικά είναι τα ευρήματα των ερευνών των Hershkowitz et al. (2007) και Kvam (2000) που αναδεικνύουν διαφοροποιήσεις στον κίνδυνο θυματοποίησης ανάλογα με το φύλο και το είδος της κακοποίησης. Συγκεκριμένα, τα αγόρια με αναπηρία φαίνεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τόσο για σωματική όσο και για σεξουαλική κακοποίηση σε σύγκριση με τα κορίτσια, ιδίως όταν πρόκειται για παιδιά με ήπιες αναπηρίες και ηλικίας 7–10 ετών. Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι η σωματική κακοποίηση εντοπίζεται συχνότερα σε παιδιά μικρότερης ηλικίας, ενώ η σεξουαλική κακοποίηση αφορά περισσότερο παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας (Hershkowitz et al., 2007). Οι διαφορές αυτές ενδέχεται να συνδέονται με παράγοντες όπως τα κοινωνικά στερεότυπα για το φύλο, τα πρότυπα πειθαρχίας ή και τις δυσκολίες των παιδιών με αναπηρία να αναγνωρίσουν ή να εκφράσουν εμπειρίες κακοποίησης, αν και οι αιτίες δεν αναλύονται διεξοδικά στις παραπάνω μελέτες.
Η μελέτη των Elklit et al. (2013) στη Δανία αξιολόγησε τη σχέση μεταξύ δέκα τύπων αναπηρίας και σεξουαλικής κακοποίησης σε παιδιά. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά με ΔΕΠΥ, αναπηρίες λόγου και νοητική αναπηρία είχαν υψηλότερο κίνδυνο σεξουαλικής κακοποίησης. Ειδικότερα, τα αγόρια με αναπηρίες ήταν υπερεκπροσωπημένα σε όλες τις κατηγορίες κακοποίησης, ενώ τα κορίτσια παρουσίαζαν υψηλότερο κίνδυνο σεξουαλικής κακοποίησης. Αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της φύλου στην κατανόηση και την παρέμβαση σε περιστατικά κακοποίησης παιδιών με αναπηρίες.
Μία μελέτη στον ελληνικό χώρο εξετάζει τις διαφορές στη θυματοποίηση ανηλίκων από καταγγελίες για ενδοοικογενειακή και κοινοτική βία. Μέσω ανασκόπησης κλινικών αρχείων από το Τμήμα Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής για το διάστημα 2012-2016, αναλύθηκαν 216 περιπτώσεις θυματοποίησης ανηλίκων. Στη μελέτη καταγράφηκαν σημαντικές διαφορές στον τύπο και την τοποθεσία των τραυματισμών ανάλογα με τον τύπο βίας και το φύλο. Στα αγόρια, οι τραυματισμοί από κοινοτική βία αφορούσαν κυρίως το κεφάλι, ενώ στα κορίτσια εντοπίζονταν στην περιοχή των γεννητικών οργάνων. Αντίθετα, οι τραυματισμοί στα άνω άκρα ήταν πιο συχνοί σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας και για τα δύο φύλα. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι οι έφηβοι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τα μικρότερα παιδιά να υποστούν τραυματισμούς. Οι τραυματισμοί στα άνω άκρα αποτελούν χρήσιμο δείκτη για την ανίχνευση ενδοοικογενειακής βίας σε παιδιά σχολικής ηλικίας και εφήβους, ενώ οι τραυματισμοί του κορμού μπορεί να υποδηλώνουν ενδοοικογενειακή βία σε μικρότερα παιδιά (Katsos et al., 2021).
Επιπλέον, μια ανασκόπηση του 2024 ανέλυσε τη βιβλιογραφία σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών με αναπηρίες, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα κορίτσια με αναπηρίες διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο σεξουαλικής κακοποίησης από τα αγόρια. Ωστόσο, τα αγόρια με αναπηρίες ήταν υπερεκπροσωπημένα σε όλες τις κατηγορίες κακοποίησης. Η μελέτη τόνισε την ανάγκη για προσαρμοσμένες παρεμβάσεις βάσει φύλου και αναπηρίας (Klebanov et al., 2024).