Τα παιδιά με αναπηρίες αποτελούν μια ευάλωτη και πολυδιάστατη πληθυσμιακή ομάδα, καθώς επηρεάζονται από διάφορες νευροαναπτυξιακές ή σωματικές διαταραχές, οι οποίες επηρεάζουν ουσιαστικά τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής τους. Η Διεθνής Ταξινόμηση της Λειτουργικότητας, της Αναπηρίας και της Υγείας (International Classification of Functioning, Disability and Health- ICF), όπως έχει διαμορφωθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, προσεγγίζει την αναπηρία όχι αποκλειστικά ως ιατρικό ζήτημα, αλλά ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ της κατάστασης της υγείας ενός ατόμου και των κοινωνικών, λειτουργικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που το περιβάλλουν (WHO, 2024).
Στο πλαίσιο αυτό, η αναπηρία ορίζεται ως μια δυναμική κατάσταση που περιλαμβάνει διαταραχές στη σωματική λειτουργία ή δομή, δυσκολίες στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων και περιορισμούς στη συμμετοχή του ατόμου στην κοινωνική ζωή. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον ρόλο που διαδραματίζουν εξωτερικοί παράγοντες, όπως οι κοινωνικές αντιλήψεις και η προσβασιμότητα του περιβάλλοντος, στην ενίσχυση ή τον περιορισμό της συμμετοχής και της ευημερίας των ατόμων με αναπηρία. Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, περίπου το 16% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει με κάποια μορφή αναπηρίας, με το ποσοστό αυτό να αυξάνεται σταδιακά, λόγω παραγόντων όπως η γήρανση του πληθυσμού και η βελτίωση των διαγνωστικών και ιατρικών πρακτικών. Η συνεχής αύξηση των παιδιών με αναπηρία καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της κατανόησης και της υποστήριξης αυτής της πληθυσμιακής ομάδας, τόσο σε επίπεδο πρόληψης όσο και παρέμβασης (Makhoul Khoury et al., 2025).
Μια συστηματική ανασκόπηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι περίπου το 26,7% των παιδιών με αναπηρίες είχαν υποστεί κάποια μορφή βίας. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά με αναπηρίες είχαν 3,68 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να βιώσουν βία σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρίες (Jones et al., 2012).
Σε ένα σημαντικό ποσοστό δειγμάτων μίας άλλης έρευνας, περίπου το 15% των παιδιών διέθετε καταγεγραμμένο ιστορικό κακοποίησης, ενώ περίπου το 64% παρουσίαζε κάποια μορφή αναπηρίας. Οι πιο συχνές αναπηρίες που εντοπίστηκαν ήταν οι διαταραχές συμπεριφοράς, οι δυσκολίες ομιλίας και λόγου, οι μαθησιακές δυσκολίες, η νοητική υστέρηση και τα προβλήματα ακοής. Η παραμέληση αναδείχθηκε ως η συχνότερη μορφή κακοποίησης, ακολουθούμενη από τη σωματική και τη σεξουαλική κακοποίηση, με περισσότερα από τα μισά παιδιά να έχουν υποστεί περισσότερους από έναν τύπο κακομεταχείρισης. Ιδιαίτερα η σεξουαλική κακοποίηση φάνηκε να σχετίζεται με το φύλο, επηρεάζοντας σε μεγαλύτερο ποσοστό τα κορίτσια σε σύγκριση με τα αγόρια (Sullivan & Knutson, 1998).