Η κατανόηση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής κακοποίησης παιδιών με αναπηρία προϋποθέτει μια πολυδιάστατη προσέγγιση, η οποία λαμβάνει υπόψη τη δυναμική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ατομικούς, οικογενειακούς, κοινοτικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Το οικολογικό μοντέλο, όπως διαμορφώθηκε από τον Bronfenbrenner (1979) και προσαρμόστηκε στο πεδίο της παιδικής κακοποίησης από τον Belsky (1980), προσφέρει ένα χρήσιμο θεωρητικό πλαίσιο για την ανάλυση των παραγόντων κινδύνου που αυξάνουν την πιθανότητα κακοποίησης ή παραμέλησης σε παιδιά με αναπηρία.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η αναπηρία του παιδιού δεν αποτελεί από μόνη της αιτία κακοποίησης, αλλά μπορεί να συντελεί στην ευαλωτότητα όταν συνδυάζεται με επιβαρυντικούς παράγοντες, όπως το γονεϊκό άγχος, οι κοινωνικοοικονομικές πιέσεις, η έλλειψη υποστήριξης, η κοινωνική απομόνωση, και οι πολιτισμικές αντιλήψεις περί αναπηρίας (Emerson & Hatton, 2007; Jones et al., 2012; Scior et al., 2020). Η εφαρμογή του οικολογικού μοντέλου επιτρέπει την αναγνώριση κινδύνων σε διαφορετικά επίπεδα – ατομικό, οικογενειακό, κοινοτικό και κοινωνικό-, και υπογραμμίζει την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις όχι μόνο στην οικογένεια, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό και θεσμικό περιβάλλον (WHO, 2016).
Το οικολογικό μοντέλο οργανώνεται σε τέσσερα βασικά επίπεδα: το ατομικό, που αφορά στα χαρακτηριστικά του παιδιού και της αναπηρίας του· το οικογενειακό, το οποίο περιλαμβάνει τις σχέσεις εντός της οικογένειας, τα πρότυπα ανατροφής και τις δεξιότητες των φροντιστών· το κοινοτικό, που σχετίζεται με τη γειτονιά, τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών και τη δικτύωση υποστήριξης· και το κοινωνικό, το οποίο αφορά τους θεσμούς, τις πολιτικές, τους κοινωνικούς κανόνες και τις πολιτισμικές αντιλήψεις (WHO, 2016). Η αλληλεπίδραση αυτών των επιπέδων συμβάλλει στην κατανόηση της κακοποίησης όχι ως μεμονωμένης πράξης, αλλά ως προϊόντος ενός σύνθετου πλέγματος κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων.
Η αναπηρία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη δυναμική σε κάθε επίπεδο του μοντέλου. Σε ατομικό επίπεδο, το παιδί ενδέχεται να έχει αυξημένες ανάγκες φροντίδας ή επικοινωνιακές δυσκολίες που περιορίζουν την ικανότητά του να αναφέρει την κακοποίηση (Sullivan & Knutson, 2000). Σε οικογενειακό επίπεδο, οι γονείς μπορεί να βιώνουν χρόνιο στρες ή εξάντληση, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ανθεκτικότητά τους (Chan et al., 2016). Σε κοινοτικό επίπεδο, η απουσία δομών υποστήριξης ή η κοινωνική απομόνωση επιδεινώνουν τον κίνδυνο (Fu et al., 2023). Τέλος, σε κοινωνικό επίπεδο, η επικράτηση στερεοτύπων και η έλλειψη πολιτικών πρόληψης για την κακοποίηση παιδιών με αναπηρία ενισχύουν την ευαλωτότητά τους (Babik & Gardner, 2021; Stalker & McArthur, 2012).
Πρόσφατες μελέτες έχουν προσαρμόσει το οικολογικό μοντέλο για να ενσωματώσουν πιο στοχευμένα τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα παιδιά με αναπηρία και οι οικογένειές τους. Η έρευνα των Maclean et al. (2017) δείχνει ότι η στήριξη των γονέων μέσω παρεμβάσεων στο κοινοτικό επίπεδο, όπως ομάδες υποστήριξης και πρόσβαση σε υπηρεσίες, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο κακοποίησης. Αντίστοιχα, οι Fu et al. (2023) τονίζουν τη σημασία της ενίσχυσης της διασύνδεσης ανάμεσα στις υπηρεσίες υγείας, κοινωνικής πρόνοιας και παιδικής προστασίας, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα περιστατικά κακοποίησης σε παιδιά με αναπηρία.