«ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΜΙΣΟΥΣ»- Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Αλεξάνδρας Ι. Μουτζίκη-Παιδαγωγική Σχολή Α.Π.Θ, ΠΜΣ «Επιστήμες της αγωγής: Εκπαίδευση, κοινωνία και παιδαγωγική – Κατεύθυνση: Σπουδές για την αναπηρία»-Μέρος 30ο

Αυγ 6, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

5.2.         Το πλαίσιο φροντίδας των αναπήρων – Πλαίσιο αναφοράς: έρευνα στην Πορτογαλία (΄Β μέρος)

 

Όσον αφορά την οικονομική κατάσταση που δεν επιτρέπει στην συγκεκριμένη γυναίκα να δράσει αυτόνομα, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε τις γενικότερες απόψεις της κοινωνίας, ότι δηλαδή, οι ανάπηροι παρασιτούν, γεγονός που δεν ισχύει. Η αναγκαστική λήψη αποφάσεων των κοινωνικών υπηρεσιών, που τους καθιστά υποκείμενους στον επαγγελματικό έλεγχο και καθορίζουν το αν μπορούν ή όχι να εργαστούν, αλλά παράλληλα, στην περίπτωση που δεν μπορούν να εργαστούν και το κράτος δεν καλύπτει την χρηματοδότηση των αναπήρων, ώστε να έχουν μια αξιοπρεπή διαβίωση και πόσο μάλλον να επιλέξουν αν θα μείνουν ή θα φύγουν από μια τέτοια κατάσταση, δίνει από μόνο του την απάντηση (Καραγιάννη, 2017). Πως μπορούμε να μιλάμε για προσωπικές επιλογές, όταν η ίδια η κοινωνία και η ιατρική επιτήρηση στερούν την δυνατότητα προσωπικής επιλογής (Barnes et al., 2014). Το σύστημα πρόνοιας στην Πορτογαλία είναι πολύ παραδοσιακό και τη φροντίδα των ανάπηρων παιδιών τους αναλαμβάνουν οι γονείς, ανεξαρτήτου ηλικίας των παιδιών τους. Όμως, οι γονείς στην προσπάθεια να προστατεύσουν τα ενήλικα, ανάπηρα παιδιά τους, γίνονται υπερπροστατευτικοί, ειδικά με τις ανάπηρες κόρες τους, με αποτέλεσμα οι κόρες τους να αισθάνονται φυλακισμένες και να στερούνται τις αγαπημένες τους δραστηριότητες, που τους προσφέρουν τουλάχιστον μια προσωρινή αίσθηση ελευθερίας (Pinto, 2016).

Στην συγκεκριμένη έρευνα μια ανάπηρη γυναίκα 44 ετών φαίνεται πως λατρεύει τον χορό και ενώ ο δάσκαλος της την έχει συμπεριλάβει σε δύο σεμινάρια χορού, η γυναίκα αναγκαστικά τα έχασε, αφού οι γονείς της θα απουσίαζαν λόγω διακοπών και δεν πηγαίνουν πουθενά χωρίς την κόρη τους (Pinto, 2016). Ακόμη, ανάπηρη γυναίκα, 24 ετών επιθυμεί να κάνει βόλτες μόνη της όμως, οι γονείς της, της το απαγορεύουν, αφού θεωρούν ότι δεν μπορεί να προστατεύσει μόνη της τον εαυτό της και σίγουρα κάτι κακό θα της συμβεί (Pinto, 2016). Τέλος, γυναίκα 25 ετών επιθυμεί να επισκέπτεται την παραλία και ενώ μπορεί να περπατήσει μέχρι εκεί, οι γονείς της δεν της το επιτρέπουν, γιατί υποστηρίζουν πως η κοινωνία απορρίπτει τους ανάπηρους. Όλες αυτές οι υπερπροστατευτικές συμπεριφορές εντείνουν τις διαφορές ανάμεσα στις ανάπηρες γυναίκες και τους γονείς-φροντιστές. Οι γονείς-φροντιστές, αντιλαμβάνονται τις κόρες τους ως ανθρώπους αιώνια εξαρτημένους και φυσικά, η παιδοποίηση στερεί την ελεύθερη βούληση των ανάπηρων ενηλίκων (Pinto, 2016). Οι παραπάνω περιπτώσεις αποδεικνύουν την ανισότητα που σχετίζεται με το φύλο και την αναπηρία, αφού όλες οι γυναίκες βρίσκονταν σε υποδεέστερες θέσεις σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Αυτές οι πρακτικές υπονομεύουν την αξιοπρέπεια των αναπήρων, την ισότητα στην ζωή, την συμμετοχή στην κοινωνία, την υγεία, την εκπαίδευση και την εργασία (Sarkar, 2023).

Μετάβαση στο περιεχόμενο