Κεφάλαιο 3°: Μισαναπηρικά εγκλήματα και μισαναπηρική βία (Α’ μέρος)
Τα μισαναπηρικά εγκλήματα αποτελούν την πιο ακραία και βίαιη μορφή του μισαναπηρισμού. Στα εγκλήματα αυτά οι ανάπηροι καθίστανται θύματα εγκληματικών ενεργειών επειδή είναι ανάπηροι. Τα εγκλήματα αυτά δηλαδή σχετίζονται με την αναπηρική ιδιότητα του θύματος. Γίνονται θύματα επιθέσεων, κακοποιήσεων, ταπεινωτικών και εξευτελιστικών ενεργειών, ακόμη και δολοφονικών επιθέσεων, επειδή θεωρούνται κατώτερα ανθρώπινα όντα, ορισμένες φορές μάλιστα, όντα ανάξια για ζωή (Quarmby, 2008). O ευρύτερα διαδεδομένος όρος για τα εγκλήματα αυτά είναι έγκλημα μίσους κατά αναπήρων. Παρά το γεγονός ότι η παραπάνω ορολογία περιλαμβάνει την λέξη «μίσος», ο θύτης σπάνια, πλην ελαχίστων περιπτώσεων μισεί πραγματικά το θύμα. Το μίσος δεν αποτελεί στην πραγματικότητα κίνητρο του εγκλήματος» (Mason, 2005).
« Ένα ακόμη πρόβλημα που σχετίζεται με την χρήση του όρου «έγκλημα μίσους» είναι ότι τείνει να εξατομικεύει την βία που σχετίζεται με προκαταλήψεις, ανάγοντας τη σε ζήτημα προσωπικών διαφορών ή αισθημάτων (Perry, 2005). Αυτό φυσικά προκύπτει από την γενικότερη συστημική ανισότητα και τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα σε θύτες και θύματα, που αφορά την κοινωνική θέση των εμπλεκόμενων» (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 84).
«Εκτός όμως από την ορολογία, πρέπει να εξετάσουμε και το περιεχόμενο της. Σύμφωνα με την Sherry (2010), για να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως μισαναπηρικό, θα πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις. Αρχικά, θα πρέπει να αποτελεί εγκληματική πράξη (όπως κλοπή, φόνο, βανδαλισμό, βιασμό, ξυλοδαρμό, ληστεία, εκφοβισμό). Δεύτερον, η επιλογή του θύματος εξαρτάται από οποιοδήποτε κίνητρο σχετίζεται με την αναπηρική ταυτότητα. (π.χ χαρακτηριστικό βλάβης, χρήση κάποιου βοηθήματος, ευαλωτότητα)» (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 84).
Φυσικά τα εγκλήματα μίσους δεν είναι δυνατόν να μεταφράζονται απλώς ως κακοποίηση ή εκφοβισμός. Πρέπει να δίνεται η απαραίτητη σημασία από το κράτος, τους θεσμούς και την σχετική νομοθεσία, ώστε να αυστηροποιηθούν τα μέτρα και οι θύτες να τιμωρούνται. Είναι επιτακτικό τα εγκλήματα αυτά να αναγνωρίζονται ως εγκλήματα μίσους και να μην υποβιβάζονται σε «απλή κακομεταχείριση». Ο ανάπηρος ακαδημαϊκός Tom Shakespeare, με αφορμή τον θάνατο ενός ανάπηρου ανθρώπου, που υπέστη μακροχρόνια κακοποίηση, αναθεώρησε την άποψη του και παραδέχτηκε πως ήταν σφάλμα του να αποκαλεί τα εγκλήματα μίσους, περιστατικά που αφορούν κυρίως θέματα εκφοβισμού, γιατί πολύ απλά δεν είναι. Η άποψη του Tom Shakespeare άλλαξε, όταν αντιλήφθηκε ότι:
«Μας δένουν με ταινίες σε δέντρα, ενώ γύρω μας συγκεντρώνεται κόσμος που κοροϊδεύει, ουρούν πάνω μας, μας βάζουν περιττώματα σκύλων στα γραμματοκιβώτια, μας δέρνουν (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023). Η εξιδανίκευση της κανονικότητας είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στις συνειδήσεις των πολιτών και σε συνδυασμό με προκαταλήψεις εναντίον ορισμένων κοινωνικών ομάδων, με αποτέλεσμα να μπορούν να πάρουν πολύ άγρια τροπή και να αφαιρεθούν ανθρώπινες ζωές. Ανθρώπινες ζωές που έχουν αξία, ιδανικά, δικαιώματα και υποχρεώσεις (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 84).
