Κεφάλαιο 1°-Εισαγωγή
1.1. Εξιδανίκευση της κανονικότητας
Ζώντας σε έναν κόσμο που καταπιέζει, ταξινομεί, κακοποιεί, ο ανάπηρος πληθυσμός αναπηροποιείται και βιώνει ποικίλες μορφές βίας, εξαιτίας της εξιδανίκευσης της κανονικότητας.
«Σύμφωνα με την Campbell η εξιδανίκευση της κανονικότητας (ableism) ορίζεται ως «ένα σύνολο πεποιθήσεων, διαδικασιών και πρακτικών που παράγουν ένα συγκεκριμένο είδος εαυτού και σώματος (σωματικού προτύπου), το οποίο προβάλλεται ως τέλειο, χαρακτηριστικό του ανθρώπινου είδους και επομένως απαραίτητο και πλήρως ανθρώπινο». Συνεπώς, η αναπηρία γίνεται αντιληπτή ως μια υποδεέστερη συνθήκη και συγχρόνως, ο ανάπηρος δεν μπορεί να απολαύσει «μια ζωή παρόμοια με αυτή του πλήρους ανθρώπου, μια ζωή κανονική…» (Campbell, 2009). H εξιδανίκευση της κανονικότητας μεταφράζει τις ψυχικές, σωματικές και νοητικές διαφορές ως ελάττωμα, ως απόκλιση από το κανονικό, ενώ συχνά οι ανάπηροι γίνονται αντικείμενο οίκτου και «λειτουργούν ως εμπόδιο ή πρόβλημα για την “πλήρως λειτουργική” κοινωνία» (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 73).
Η Campbell (2009) αναφέρει πως η έννοια της εξιδανίκευσης της κανονικότητας αποτελείται από δύο συστατικά στοιχεία. Πρώτον, εμπεριέχει την έννοια της κανονικότητας και του κανονικού ατόμου, η οποία αυτομάτως οδηγεί στην ταξινόμηση ανάμεσα σε ανάπηρους και μη ανάπηρους. Δεύτερον, σχετίζεται με την κυρίαρχη άποψη ότι η βλάβη, η απώλεια ή η έλλειψη της σωματικής, νοητικής και ψυχικής ακεραιότητας είναι ενδογενώς αρνητική και ως εκ τούτου χρήζει βελτίωσης, θεραπείας ή και εξάλειψης (Gappmayer, 2021).
«Η εξιδανίκευση του σώματος χωρίς βλάβες στιγματίζει κάθε επιτέλεση η οποία είναι αδύνατον να συμβαδίσει με αυτές τις προδιαγραφές και να επιτύχει συγκεκριμένα πρότυπα που κανονικοποιούν, οδηγώντας σε μια επιβαλλόμενη κανονικοποίηση του σώματος, που δεν υπάρχει χώρος για διαφορετικότητα. H εξιδανίκευση της κανονικότητας επικυρώνει τις διαδικασίες πραγμοποίησης, μέτρησης, κατάταξης, διάκρισης και ιεράρχησης των ανθρώπων, με βάση τη σωματική τους ακεραιότητα και πάντα σε σύγκριση με μια ιδεατή κανονικότητα» (Gappmayer, 2021, όπως αναφέρεται στο Καραγιάννη, Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 73).
Η εξιδανικευμένη κανονικότητα βρίσκεται παντού. Συχνά εντοπίζεται στις δομές, τους θεσμούς, τις κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές μιας κοινωνίας. Κάποιες φορές λειτουργεί φανερά και κάποιες άλλες κρυφά. Συνεπώς, όλες οι εκφάνσεις της εξιδανικευμένης κανονικότητας συντηρούν τον αποκλεισμό, την κατηγοριοποίηση, τον στιγματισμό των ανθρώπων με βλάβες. Σε αυτό το σημείο είναι συνετό να παρουσιαστούν ορισμένα παραδείγματα επιτέλεσης της εξιδανίκευσης της κανονικότητας, που την παράγουν και την αναπαράγουν (Goodley, 2014).
Όσον αφορά το δομικό επίπεδο, χαρακτηριστικά είναι τα εξής παραδείγματα: Όταν το δημόσιο δομημένο περιβάλλον απαιτεί από έναν άνθρωπο να μπορεί να ανέβει σκάλες, αυτόματα καταπατάται το θεμελιώδες δικαίωμα της ισότητας και ο διαχωρισμός είναι εμφανής. Όταν οι δημόσιες υπηρεσίες υποχρεούνται να εξυπηρετούν όλους τους πολίτες, όμως η πληροφορία είναι εφικτή μόνο μέσω συμβατικών τρόπων, οι ανάπηροι αποκλείονται. Θεωρητικά, οι πληροφορίες θα έπρεπε να δίνονται με ποικίλους τρόπους, όπως με τη μορφή Μπράιγ, αλλά και την διερμηνεία στην νοηματική γλώσσα. Πρακτικά όμως, αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Οι άνθρωποι αποκλείονται από το περιβάλλον εργασίας, εξαιτίας της βλάβης τους, ενώ θεωρείται από τους φορείς σωστό να αφαιρεθούν τα επιδόματα και να οδηγηθούν σε συνθήκες εργασίας (Καραγιάννη, 2017).
Στο κοινωνικό-πολιτισμικό επίπεδο συχνά είναι ήδη προκαθορισμένο το τι μπορούν και τι όχι να κάνουν οι άνθρωποι και με ποιον τρόπο πρέπει να το κάνουν. Αν δεν ακολουθήσουν τις κανονιστικές νόρμες, τότε σίγουρα περιθωριοποιούνται (Goodley, 2014). Άρα, αν ένας άνθρωπος έχει βλάβη, δεν έχει την δυνατότητα επιλογής και έκφρασης της προσωπικής του άποψης; Επίσης, αν ένας άνθρωπος χρειάζεται φροντίδα σε συγκεκριμένους τομείς, σημαίνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει την αυτονομία του; Ειδικά αν σκεφτούμε πως η ανεξαρτησία και η ατομικότητα είναι προνόμια των μη ανάπηρων είναι συνολικά προβληματική η ιδέα της εξάρτησης. «Εκτός από αυτά, η χρήση της γλώσσας κρύβει παγίδες αφού η χρήση προσβλητικών λέξεων και φράσεων σε βάρος του ανάπηρου πληθυσμού, πλέον αποτελεί καθημερινότητα. Όμως, δεν είναι συνετό να χρησιμοποιούνται λέξεις όπως «καθυστερημένος», «κούτσαβλος», «μογγολάκι», αλλά και ευφημισμοί όπως «άτομα με ειδικές ανάγκες» και «άτομα με ειδικές δεξιότητες» (Goodley, 2014, στο Καραγιάννη, Κουτσοκλένης, 2023, σελ. 74-75).
Επιπρόσθετα, είναι και το ατομικό επίπεδο, που θεωρείται ότι είναι άμεσα συνδεδεμένο με το κοινωνικό, αφού οι προσωπικές εμπειρίες των αναπήρων, συχνά, εμπεριέχουν μεγάλα ποσοστά εσωτερικευμένης καταπίεσης, τα οποία πηγάζουν από τις κοινωνικές σχέσεις, την κανονικοποίηση και τις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες. Συνήθως, η συνθήκη της αναπηρίας γίνεται αντιληπτή ως προσωπική τραγωδία και όχι ως προσωπική εμπειρία (Gappmayer, 2021). Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που σχετίζονται με τις επιπτώσεις της εσωτερικευμένης καταπίεσης.
«Καλύτερα να πεθάνω, παρά να χάσω την όραση μου». Συχνά οι ανάπηροι γίνονται αντικείμενο ελέους, οίκτου, αηδίας, ακόμα και μίσους. Όλα αυτά συμβαίνουν επειδή «το φυσιολογικό είναι αυτό που κυριαρχεί». Ποιος όμως ορίζει το φυσιολογικό; Επιπλέον, ο ανάπηρος πληθυσμός παρουσιάζεται σε ορισμένες περιπτώσεις ως άτομα με υπερδυνάμεις, οι γονείς τους είναι «άγιοι» και «μάρτυρες», ενώ οι εκπαιδευτικοί ανάπηρων παιδιών πρέπει να έχουν «γερό στομάχι», τρομερή καλοσύνη και ενσυναίσθηση, σε σχέση με τους υπόλοιπους εκπαιδευτικούς (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023, σελ 75).
