«Δυνατότητες συμμετοχής στον θρησκευτικό και προσκυνηματικό τουρισμό των ατόμων ΑμεΑ. Προτάσεις βελτίωσης.» – Διπλωματική Εργασία της Τατιάνας Τεντζεράκη-Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος, Διιδρυματικό Π.Μ.Σ. «Θρησκευτικός και Προσκυνηματικός Τουρισμός»-Μέρος 12ο

Ιούλ 14, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η πολιτική που ακολουθεί κάθε κοινωνία για τη διαχείριση θεμάτων αναπηρίας συνδέεται άμεσα με την θεώρηση των περιορισμών που επιφέρει η αναπηρία. Σύμφωνα με το ιατρικό μοντέλο προσέγγισης, οι κοινωνίες που το υιοθετούν ακολουθούν μια προνοιακή κοινωνική πολιτική, η οποία αντιμετωπίζει τα άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) που βιώνουν λειτουργικούς περιορισμούς μέσω ιατρικών παρεμβάσεων, με σκοπό την αποκατάσταση. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση συχνά οδηγεί σε αποκλεισμό της συμμετοχής των ΑμεΑ σε διάφορες δραστηριότητες, αγνοώντας την αλληλεπίδραση που υπάρχει μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές παράμετροι που επηρεάζουν τη συμμετοχή τους (Vasudevan, Rimmer & Kviz, 2015).

Από την άλλη πλευρά, το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας επικεντρώνεται στην άποψη ότι η αναπηρία δεν πρέπει να θεωρείται μόνο ως ατομικό πρόβλημα, αλλά ως ένα κοινωνικό ζήτημα (Iezzoni, 2011). Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, οι περιορισμοί και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία δεν απορρέουν μόνο από τους λειτουργικούς περιορισμούς του ατόμου, αλλά και από την αδυναμία της κοινωνίας να αναγνωρίσει και να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητές τους. Δηλαδή, οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες συχνά είναι αυτές που περιορίζουν τη συμμετοχή των ΑμεΑ, κι όχι μόνο οι ατομικές τους δυνατότητες (Schreiber, Marchetti & Crytzer, 2004).

Τα οφέλη που προέρχονται από τον τουρισμό για τα άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) περιλαμβάνουν την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και την ψυχική ευεξία. Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε άτομα με διάφορες κινητικές αναπηρίες έδειξαν ότι η συμμετοχή τους σε αθλητικές δραστηριότητες έχει θετική επίδραση στην αυτοεκτίμηση και στη γενικότερη ψυχική τους ευεξία (Θεοδωράκης, 2010). Η εμπλοκή των ΑμεΑ σε δραστηριότητες στη φύση και στην ύπαιθρο τους παρέχει ένα ευρύ φάσμα αισθητηριακών ερεθισμάτων. Για παράδειγμα, για άτομα που είναι κωφοί και τυφλοί, τα φυσικά φαινόμενα όπως ο άνεμος, η βροχή, ο ήλιος, το έδαφος, η χλωρίδα και η πανίδα προσφέρουν μια ποικιλία ερεθισμάτων. Αυτά τα άτομα επιθυμούν να βιώσουν αίσθηση δύναμης, αυτονομίας και ευημερίας, ενώ πολλές φορές επιδιώκουν την εμπειρία του κινδύνου και του ρίσκου, τα οποία ενισχύουν τη φυσική τους κατάσταση και ευημερία (Ζιουμπιλούδη, 2014).

Συμπερασματικά, τα τελευταία χρόνια, τόσο οι εκπρόσωποι της επιστημονικής κοινότητας όσο και του ευρωπαϊκού και διεθνούς κινήματος για τα άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) τείνουν να υιοθετήσουν την άποψη ότι οι περιορισμοί που σχετίζονται με την αναπηρία δεν μπορούν να αποδοθούν ούτε αποκλειστικά στο άτομο ούτε στην κοινωνία. Έτσι, γίνεται σαφές ότι οι πολιτικές που θα πρέπει να αναπτύξουν τα κράτη δεν πρέπει να είναι μονοδιάστατες, αλλά θα πρέπει να εστιάσουν στην ανάπτυξη ενός πολυδιάστατου μοντέλου, το οποίο θα συνδυάζει το ιατρικό και το κοινωνικό μοντέλο προσέγγισης (Palisano et al., 2011; Vasudevan et al., 2015). Η πολιτική για την αναπηρία δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής πρόνοιας, αλλά και ένα θεμελιώδες ζήτημα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς σχετίζεται άμεσα με το δικαίωμα κάθε ατόμου να συμμετέχει ισότιμα στην κοινωνία (όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και έχουν ίσα δικαιώματα).

Μετάβαση στο περιεχόμενο