Ο τουρισμός αποτελεί τον μεγαλύτερο και γρηγορότερο αναπτυσσόμενο κομμάτι του 21ου αιώνα. Τουρισμός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, η από χώρα σε χώρα ή από τόπο σε τόπο, μετακίνηση ατόμων σε ομάδες ή μεμονωμένα, με στόχο μικρή ή μεγάλη, όχι όμως μόνιμη διαμονή, χωρίς πρόθεση για εργασία αλλά για λόγους αναψυχής (Ευσταθίου, 2004). Με βάση την Πατσαούρα (2007), ο τουρισμός είναι ένας διατομεακός κλάδος δεδομένου ότι περιέχει μεγάλη ποικιλία υπηρεσιών και επαγγελμάτων που συνδέονται με πολλές άλλες οικονομικές δραστηριότητες. Είναι ευρέως γνωστό πως όλοι οι τουρίστες έχουν ιδιαίτερες ανάγκες που σχετίζονται με τις προσωπικές, πολιτιστικές, κοινωνικές και οικονομικές τους συνθήκες και φυσικά με τις επιλογές και τις προτιμήσεις τους.
Ο τουρισμός αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο που συνδέεται στενά με την οικονομία, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή. Σύμφωνα με τον ορισμό που παρατέθηκε, ο τουρισμός περιλαμβάνει τη μετακίνηση ατόμων από έναν τόπο σε έναν άλλο, είτε εντός των συνόρων μιας χώρας είτε διεθνώς, με σκοπό τη διαμονή για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά όχι μόνιμα. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του είναι ότι δεν συνδέεται με την άσκηση επαγγέλματος, αλλά πραγματοποιείται κυρίως για λόγους αναψυχής καθώς μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, ανάλογα με τα κίνητρα των ταξιδιωτών.
Ο παραδοσιακός τουρισμός περιλαμβάνει τις διακοπές σε παραθαλάσσια θέρετρα, βουνά ή πόλεις με πολιτιστικά αξιοθέατα. Ο πολιτιστικός τουρισμός προσελκύει άτομα που ενδιαφέρονται για την ιστορία, την τέχνη και τις παραδόσεις ενός τόπου. Ο οικοτουρισμός επικεντρώνεται στη φύση και στην αειφόρο ανάπτυξη, ενώ ο ιατρικός τουρισμός αφορά όσους ταξιδεύουν για θεραπείες και υπηρεσίες υγείας. Η τουριστική βιομηχανία παίζει καθοριστικό ρόλο στην οικονομία πολλών χωρών καθώς δημιουργεί θέσεις εργασίας, ενισχύει τις τοπικές επιχειρήσεις και συμβάλλει στην ανάπτυξη υποδομών. Ωστόσο, η υπερβολική τουριστική ανάπτυξη μπορεί να οδηγήσει σε περιβαλλοντική καταστροφή, υπερφόρτωση των τοπικών κοινοτήτων και πολιτιστική αλλοίωση. Επομένως, η βιώσιμη ανάπτυξη του τουρισμού είναι κρίσιμη για τη διατήρηση των φυσικών και πολιτιστικών πόρων ενός τόπου.
Εκτός από τα οικονομικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, ο τουρισμός έχει σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις. Προωθεί την πολιτισμική ανταλλαγή, βοηθά στην κατανόηση διαφορετικών τρόπων ζωής και συμβάλλει στη διάδοση παραδόσεων και εθίμων. Ακόμη , μπορεί επίσης να προκαλέσει συγκρούσεις λόγω πολιτιστικών διαφορών ή υπερβολικής εμπορευματοποίησης της τοπικής κουλτούρας. Είναι μια πολυδιάστατη δραστηριότητα που επηρεάζει τις οικονομίες, τις κοινωνίες και το περιβάλλον και η ισορροπία μεταξύ ανάπτυξης και προστασίας είναι απαραίτητη ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μελλοντικές γενιές θα μπορούν να απολαμβάνουν τα οφέλη του τουρισμού χωρίς να επιβαρύνεται ο πλανήτης ή οι τοπικές κοινότητες.
Οι πρώτες μορφές ταξιδιών που πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την αναψυχή εντοπίζονται στην αρχαία Αίγυπτο και συνδέονται κυρίως με θρησκευτικά κίνητρα. Αντιθέτως, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι πραγματοποιούσαν ταξίδια με προσανατολισμό την πολιτιστική αναζήτηση και την απόκτηση γνώσεων. (Κοτσίλα, 2012). Στη σύγχρονη εποχή, ο τουρισμός παρουσιάζει χαρακτηριστικά μαζικότητας. Η ραγδαία εξέλιξη της τουριστικής βιομηχανίας έχει επιφέρει σημαντικές μεταβολές στην αντίληψη των τουριστών σχετικά με το τουριστικό προϊόν που τους προσφέρεται. Ο τουρισμός, καθώς και οι δραστηριότητες που εντάσσονται στον ελεύθερο χρόνο, δεν αποτελούν πλέον προνόμιο αποκλειστικά του γενικού πληθυσμού, αλλά απευθύνονται και σε άτομα με αναπηρίες. Ορισμένοι ταξιδιώτες έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, γεγονός που απαιτεί την υποστήριξη των εμπειριών τους είτε μέσω κατάλληλων τεχνικών υποδομών είτε μέσω εξατομικευμένων υπηρεσιών από το ανθρώπινο δυναμικό. (Buhalis & Michopoulou, 2011; Dickson, Misener & Darcy, 2017; Naniopoulos, Tsalis & Nalmpantis, 2016).
