2.6.2. Υποστηριζόμενη Απασχόληση
Η υποστηριζόμενη απασχόληση (Supported Employment) αποτελεί μια τεκμηριωμένη προσέγγιση που έχει ως στόχο να βοηθήσει άτομα με σημαντικές αναπηρίες να αποκτήσουν και να διατηρήσουν ανταγωνιστική εργασία σε ενταγμένα περιβάλλοντα της κοινότητας, παρέχοντας συνεχή εξατομικευμένη υποστήριξη (Alajmi et al., 2025). Αναπτύχθηκε στα τέλη του 20ού αιώνα ως εναλλακτική λύση στα προστατευμένα εργαστήρια και τα ομαδικά μοντέλα απασχόλησης, με έμφαση στην ατομική τοποθέτηση, αναγνωρίζοντας την αξιοπρέπεια, τις δυνατότητες και την κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες σε θέσεις εργασίας. Η διαδικασία περιλαμβάνει έναν ειδικό επαγγελματικής αποκατάστασης ή σύμβουλο εργασίας, ο οποίος αξιολογεί τις ικανότητες και τις προτιμήσεις του ατόμου, δημιουργεί εξατομικευμένες ευκαιρίες απασχόλησης και παρέχει συνεχή υποστήριξη για την επιτυχή διατήρηση της θέσης εργασίας. Αρχικά αναπτύχθηκε για άτομα με αναπτυξιακές αναπηρίες, το μοντέλο αυτό επεκτάθηκε ώστε να καλύπτει και άτομα με ψυχικές ασθένειες, σωματικές αναπηρίες, κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αυτισμό. Η υποστηριζόμενη απασχόληση όχι μόνο βελτιώνει τα αποτελέσματα και την οικονομική αποδοτικότητα της απασχόλησης, αλλά προάγει και την κοινωνική ένταξη, εντάσσοντας τα άτομα με αναπηρίες στον γενικό εργασιακό χώρο και αναδεικνύοντας την αξία και τη συμμετοχή τους στην κοινωνία (Wehman, 2012).
Η υποστηριζόμενη απασχόληση νοείται ως εναλλακτική πρακτική που διευκολύνει την εργασιακή ένταξη των ατόμων με σοβαρές αναπηρίες (ψυχικές, νοητικές, αναπτυξιακές), με σκοπό να επιλέξουν, να αποκτήσουν και να διατηρήσουν μια ανταγωνιστική απασχόληση (Παπακωνσταντίνου, 2019). Στα ελληνικά δεδομένα δεν υφίσταται κρατική υποστηριζόμενη απασχόληση, παρά μόνο υπό τη μορφή δύο μη κερδοσκοπικών φορέων: α) το ίδρυμα «ΘΕΟΤΟΚΟΣ» και β) η Ελληνική Εταιρία Υποστηριζόμενης Εργασίας. Η υποστηριζόμενη απασχόληση θεωρείται η αποτελεσματική πρακτική για την ένταξη ατόμων με αναπηρία στην εργασία, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με νοητική αναπηρία που αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο αποκλεισμό (Vlachou et al., 2019).
