6.3.1 Υλικοχωρικοί περιορισμοί
Η φυσική προσβασιμότητα στους χώρους άθλησης αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία σε αθλητικές δραστηριότητες. Εντούτοις, για την ευάλωτη υποομάδα των προσφύγων με αναπηρία, η πρόσβαση αυτή αποδεικνύεται συχνά ανέφικτη, όχι μόνο λόγω των ίδιων των περιορισμών της αναπηρίας, αλλά κυρίως λόγω της ελλιπούς προσαρμογής του δημόσιου και ιδιωτικού αθλητικού χώρου στις αρχές της καθολικής προσβασιμότητας (Cottingham et al., 2023).
Η πλειονότητα των αθλητικών εγκαταστάσεων, είτε πρόκειται για δημοτικά γήπεδα, σχολικές αυλές, είτε για ιδιωτικά γυμναστήρια και κέντρα άθλησης, δεν πληρούν ούτε τις ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές προσβασιμότητας. Η έλλειψη ραμπών και ανελκυστήρων, οι στενοί διάδρομοι, τα μη προσβάσιμα αποδυτήρια, η απουσία οδηγών όδευσης τυφλών, η μη χρήση ενισχυμένης σήμανσης ή επαρκούς φωτισμού, συνθέτουν ένα καθημερινό τοπίο αποκλεισμού για τα ΑμεΑ (Kamberidou et al., 2019). Όταν αυτά τα εμπόδια συναντούν και την προσφυγική συνθήκη, οι φραγμοί δεν αθροίζονται απλώς· πολλαπλασιάζονται.
Ιδιαίτερα επιβαρυντικός είναι ο γεωγραφικός παράγοντας. Οι περισσότερες δομές φιλοξενίας προσφύγων στην Ελλάδα — και όχι μόνο — έχουν εγκατασταθεί σε απομονωμένες ή ημιαστικές περιοχές, χωρίς επαρκή συγκοινωνιακή σύνδεση με τα αστικά κέντρα, όπου συνήθως βρίσκονται οργανωμένοι αθλητικοί χώροι. Οι πρόσφυγες με αναπηρία που διαμένουν σε κέντρα φιλοξενίας σε ηπειρωτικές ή νησιωτικές περιοχές καλούνται να αντιμετωπίσουν μια διπλή απομόνωση: από τη μια πλευρά, την απόσταση και την απουσία μεταφορικών μέσων· από την άλλη, την ακαταλληλότητα των χώρων άθλησης για τη δική τους χρήση (Lange et al., 2024).
Ακόμα και όταν υφίστανται διαθέσιμοι υπαίθριοι χώροι, όπως πάρκα ή αθλητικές αυλές, αυτοί σπανίως είναι διαμορφωμένοι ώστε να επιτρέπουν την ισότιμη χρήση από άτομα με κινητικές ή αισθητηριακές αναπηρίες. Δεν υπάρχει πρόβλεψη για εξοπλισμό προσαρμοσμένου αθλητισμού (π.χ. αμαξίδια για αθλοπαιδιές, ηχητικές μπάλες, σημεία στήριξης), ούτε η παρουσία επαρκώς εκπαιδευμένου προσωπικού ή συνοδών. Παράλληλα, η απουσία ασφαλών διαδρομών, δημόσιων τουαλετών προσβάσιμων σε ΑμεΑ και χώρων αναμονής για φροντιστές ή συνοδούς καθιστά τη συμμετοχή όχι μόνο δύσκολη αλλά και επικίνδυνη (Farì, 2023).
Αυτή η συστηματική αποτυχία του χώρου να «μιλήσει» τη γλώσσα της καθολικής προσβασιμότητας δημιουργεί ένα άρρητο αλλά βαθιά ριζωμένο μήνυμα κοινωνικού αποκλεισμού. Όταν ο ίδιος ο δημόσιος χώρος αποτρέπει τη φυσική παρουσία ενός υποκειμένου, η αόρατοτητά του μετατρέπεται σε κανόνα (Rfat et al., 2023) — όχι λόγω κακής πρόθεσης, αλλά λόγω σχεδιαστικής αδιαφορίας.
Η περίπτωση των προσφύγων με αναπηρία δεν αναδεικνύει απλώς ένα τεχνικό ζήτημα προσβασιμότητας, αλλά αποκαλύπτει βαθύτερες δυσλειτουργίες στο πώς οι κοινωνίες σχεδιάζουν και δομούν τους χώρους άθλησης: ως αυτονόητα προσβάσιμους σε «αρτιμελείς» πολίτες, και όχι ως πολιτικούς τόπους ένταξης για όλα τα σώματα, με όλες τις συνθήκες ζωής (Crock & Ernst, 2017). Σε αυτό το πλαίσιο, η μη προσβασιμότητα δεν είναι ουδέτερη· είναι παράγοντας αναπαραγωγής της ανισότητας και της απομόνωσης, ένας σιωπηλός αποκλεισμός που υπονομεύει το ίδιο το νόημα της συμμετοχής στον δημόσιο βίο (Spaaij et al., 2019).
