Η αορατότητα των προσφύγων με αναπηρία, όπως σκιαγραφήθηκε στην προηγούμενη ενότητα, δεν συνιστά απλώς μια στατιστική αδυναμία ή μια επιτελεστική παράλειψη· αποτελεί το πρώτο στάδιο μιας ευρύτερης διαδικασίας θεσμικού αποκλεισμού. Η έλλειψη δεδομένων, η απουσία επίσημης αναγνώρισης και η περιορισμένη ορατότητα αυτής της ομάδας οδηγούν σε συγκεκριμένες, υλικές και απτές μορφές ανισότητας, οι οποίες εκτείνονται πέρα από τη θεωρητική σφαίρα και ενσωματώνονται στις καθημερινές διοικητικές, χωρικές και κοινωνικές πρακτικές (Harris, 2003). Στο σημείο αυτό, καθίσταται κρίσιμο να διερευνηθούν οι τρόποι με τους οποίους οι δομικές και θεσμικές συνθήκες αναπαράγουν τον αποκλεισμό, καθιστώντας τον πρόσφυγα με αναπηρία έναν υποκειμενικά και αντικειμενικά παγιδευμένο πολίτη δεύτερης ταχύτητας.
Πρώτον, τα συστήματα κοινωνικής φροντίδας και αποκατάστασης, τόσο σε ευρωπαϊκές όσο και σε εθνικές πολιτικές, έχουν σχεδιαστεί ιστορικά με γνώμονα την εξυπηρέτηση σταθερά εγκατεστημένων, εγχώριων πληθυσμών. Οι βασικές προϋποθέσεις για την ένταξη ενός ατόμου σε προνοιακά, αποκαταστασιακά ή εκπαιδευτικά προγράμματα είναι συνήθως η μόνιμη ή μακροχρόνια κατοικία, η κατοχή εγγράφων που αποδεικνύουν το καθεστώς του πολίτη ή του μόνιμου κατοίκου, καθώς και η πλήρης διοικητική ικανότητα για την πλοήγηση σε σύνθετες γραφειοκρατικές διαδικασίες (Hamidi & Karachiwalla, 2022). Εντούτοις, οι πρόσφυγες — και ειδικότερα οι πρόσφυγες με αναπηρία — ενσαρκώνουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Η κινητικότητα, η επισφάλεια στέγασης και η διοικητική ασάφεια που χαρακτηρίζουν τη ζωή των προσφύγων, λειτουργούν ανασταλτικά ως προς την επιλεξιμότητα σε τέτοιες δομές. Πολλοί πρόσφυγες μετακινούνται διαρκώς — είτε εντός του συστήματος φιλοξενίας (π.χ. από δομή σε δομή), είτε σε αναζήτηση σταθερού καταλύματος — με αποτέλεσμα να μην συγκεντρώνουν το ελάχιστο χρονικό διάστημα παραμονής που απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές για να χαρακτηριστούν ως «δικαιούχοι παροχών» (Rfat et al., 2023). Επιπλέον, η κατοχή εγγράφων (πιστοποιητικών αναπηρίας από χώρες προέλευσης, ιατρικών φακέλων, αποδείξεων διεύθυνσης) είναι όχι μόνο δύσκολη, αλλά και συχνά ανέφικτη, λόγω του χαρακτήρα της προσφυγικής φυγής και των συνθηκών απώλειας ή καταστροφής αρχείων.
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι η κοινωνική και η μεταναστευτική πολιτική λειτουργούν αποσυνδεδεμένα. Οι φορείς που είναι επιφορτισμένοι με την αναγνώριση, την υποστήριξη και την ενδυνάμωση των ατόμων με αναπηρία — όπως οι εθνικές επιτροπές πιστοποίησης αναπηρίας, τα δημόσια κέντρα πρόνοιας ή οι υπηρεσίες αποκατάστασης — λειτουργούν ανεξάρτητα και αποσπασματικά από τις υπηρεσίες που ασχολούνται με το προσφυγικό ή μεταναστευτικό φαινόμενο, όπως οι δομές ασύλου, οι ΜΚΟ πεδίου ή οι κρατικοί φορείς διαχείρισης προσφυγικών ροών (Mirza, 2014b).
