Αυτός ο θεσμικός κατακερματισμός εντείνεται από την απουσία ενιαίων στρατηγικών και διαλειτουργικών εργαλείων: δεν υπάρχουν κοινά πληροφοριακά συστήματα ή διασυνδεδεμένες βάσεις δεδομένων που να επιτρέπουν την ταυτοχρονική αναγνώριση τόσο της αναπηρίας όσο και της προσφυγικής ιδιότητας ενός ατόμου. Ενδεικτικά, οι προσφυγικοί φάκελοι δεν περιλαμβάνουν κωδικοποιημένη καταγραφή λειτουργικών περιορισμών ή αναγκών, ενώ τα προγράμματα πρόνοιας ή αποκατάστασης αγνοούν συστηματικά το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο που διέπει τη ζωή ενός ατόμου υπό καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα δομικό κενό ευθύνης — όπου καμία υπηρεσία δεν θεωρεί ότι έχει την πλήρη αρμοδιότητα ή την κατάλληλη εντολή να αναλάβει την ολιστική φροντίδα και ένταξη του προσώπου (Hamidi & Karachiwalla, 2022). Οι πρόσφυγες με αναπηρία παγιδεύονται έτσι σε μια ζώνη διοικητικής αορατότητας, όπου είτε μεταφέρονται από φορέα σε φορέα χωρίς ουσιαστική υποστήριξη, είτε απλώς δεν καταγράφονται και δεν εξυπηρετούνται πουθενά (Rfat et al., 2023).
Αυτό το φαινόμενο έχει χαρακτηριστεί εύστοχα στη βιβλιογραφία ως «διπλή απουσία» (double absence): ούτε οι πολιτικές για τους πρόσφυγες λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της αναπηρίας, ούτε οι πολιτικές αναπηρίας προσαρμόζονται στις ανάγκες και τη θεσμική αστάθεια των προσφύγων. Η αποσπασματική και μονοθεματική προσέγγιση δημιουργεί ένα πεδίο θεσμικής ακαταλληλότητας, εντός του οποίου τα δικαιώματα δεν είναι νομικά ανύπαρκτα, αλλά παραμένουν ανεφάρμοστα στην πράξη (Maurya, 2023). Από αυτή την αλληλουχία απορρέει μια ευρύτερη δυσλειτουργία πολιτικής συμπερίληψης, αφού η διατομεακή ταυτότητα του προσώπου — ως πρόσφυγα και ως ΑμεΑ — κατακερματίζεται σε δύο μη επικοινωνούντα διοικητικά σύμπαντα.
Η τρίτη κρίσιμη παράμετρος που ενισχύει τον αποκλεισμό των προσφύγων με αναπηρία αφορά τον τρόπο σχεδιασμού και υλοποίησης των πολιτικών ένταξης, ιδιαίτερα στους τομείς της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής κατάρτισης και του αθλητισμού. Παρά τις σχετικές αναφορές σε διεθνή και ευρωπαϊκά νομικά κείμενα περί ίσης μεταχείρισης και προσβασιμότητας, στην πράξη τα περισσότερα προγράμματα υλοποιούνται χωρίς τις αρχές του καθολικού σχεδιασμού και στερούνται μηχανισμών που να διασφαλίζουν την ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των ενδιαφερόμενων (Mirza, 2014b).
Ο καθολικός σχεδιασμός, όπως ορίζεται από τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (CRPD), δεν αφορά απλώς την τεχνική προσαρμογή των δομών ή των δραστηριοτήτων, αλλά τη θεμελιώδη λογική ότι κάθε πολιτική πρέπει να είναι εκ κατασκευής προσβάσιμη και συμπεριληπτική. Ωστόσο, στην περίπτωση των προσφύγων με αναπηρία, η προσβασιμότητα αντιμετωπίζεται συχνά ως δευτερεύουσα ή προαιρετική μεταβλητή, που ενσωματώνεται –αν ενσωματώνεται– εκ των υστέρων, σε πρότυπα σχεδιασμένα για υποκείμενα «τυπικού προφίλ» (Maurya, 2023), δηλαδή για άτομα χωρίς κινητικές, αισθητηριακές ή γνωστικές δυσκολίες και με σταθερό καθεστώς διαμονής.
