«Η Κοινωνική Ένταξη Εκτοπισμένων ΑΜΕΑ μέσω του Αθλητισμού» -Διπλωματική Εργασία της Χριστίνας Γεράκου- Πανεπιστήμιο Πειραιώς- Μέρος 27ο

Μάι 26, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

5.1          Ορισμοί και εννοιολογικές αποσαφηνίσεις

Η εννοιολογική διάκριση μεταξύ των όρων “πρόσφυγας”, “αιτών άσυλο” και “μετανάστης” συνιστά κρίσιμο προαπαιτούμενο για τη συγκρότηση συνεκτικής και αποτελεσματικής κοινωνικής, πολιτικής και αθλητικής παρέμβασης σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Η πολυσημία των όρων και η συχνή εναλλακτική χρήση τους στον δημόσιο λόγο υπονομεύει την στοχευμένη χάραξη πολιτικής και συσκοτίζει τις διακριτές ανάγκες και τα δικαιώματα των επιμέρους πληθυσμιακών ομάδων. Πρόκειται για μια σύγχυση όχι απλώς εννοιολογική, αλλά και θεσμικά επιζήμια, καθώς αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στη σύνθετη πραγματικότητα του αναγκαστικού εκτοπισμού και της μετακίνησης πληθυσμών (Douglas et al., 2019).

Ο όρος πρόσφυγας, κατοχυρωμένος θεσμικά στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και στο Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967, αναφέρεται σε άτομα που εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα καταγωγής τους λόγω θεμελιωδών κινδύνων που απειλούν τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική τους ακεραιότητα εξαιτίας φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών απόψεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα (Ruiz & Bhugra, 2010). Το στοιχείο του «βάσιμου φόβου δίωξης» θεμελιώνει τον προσφυγικό χαρακτήρα της μετακίνησης και ενεργοποιεί το καθεστώς διεθνούς προστασίας, του οποίου πυλώνας είναι η “αρχή της μη επαναπροώθησης” (non-refoulement), σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η επιστροφή του προσώπου σε χώρα όπου απειλείται η ζωή ή η ελευθερία του (Goodwin-Gill, 2017).

Αιτών άσυλο θεωρείται το άτομο που έχει καταθέσει αίτηση διεθνούς προστασίας, χωρίς ωστόσο να έχει ολοκληρωθεί η σχετική διοικητική διαδικασία αναγνώρισής του ως πρόσφυγα. Βρίσκεται επομένως σε καθεστώς νομικής εκκρεμότητας, με περιορισμένη πρόσβαση σε δικαιώματα, και συνήθως υπόκειται σε προσωρινές ρυθμίσεις φιλοξενίας. Το διάστημα αυτό χαρακτηρίζεται από αυξημένη ευαλωτότητα, καθώς οι αιτούντες στερούνται πλήρους ένταξης, συχνά χωρίς δυνατότητα εργασίας ή κοινωνικής ενσωμάτωσης, ιδίως σε κράτη-μέλη με ανεπαρκή διοικητική ικανότητα ή αρνητική πολιτική βούληση (Ruiz & Bhugra, 2010).

Αντιθέτως, ο μετανάστης εγκαταλείπει τη χώρα καταγωγής του οικειοθελώς, για λόγους που δεν ενέχουν στοιχείο αναγκαστικής εκτόπισης. Οι αιτίες μπορεί να είναι οικονομικές (βελτίωση συνθηκών διαβίωσης), επαγγελματικές (εύρεση εργασίας), εκπαιδευτικές (σπουδές ή κατάρτιση), οικογενειακές (επανένωση με συγγενικά πρόσωπα) ή ακόμα και περιβαλλοντικές (π.χ. λόγω κλιματικής αλλαγής) (Mügge & Van der Haar, 2016). Σε αντίθεση με τους πρόσφυγες, οι μετανάστες δεν δικαιούνται διεθνή προστασία βάσει των ορισμών της Σύμβασης της Γενεύης. Ωστόσο, και αυτή η κατηγορία αντιμετωπίζει συχνά αντίστοιχες μορφές κοινωνικού αποκλεισμού, κυρίως όταν πρόκειται για άτομα σε παράτυπο καθεστώς (Douglas et al., 2019).

Στην πράξη, τα σύγχρονα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα διακρίνονται από εμπλοκές ταυτοτήτων και αλληλοεπικαλυπτόμενες συνθήκες ευαλωτότητας. Οι θεσμικοί διαχωρισμοί μεταξύ προσφυγιάς και μετανάστευσης δυσκολεύονται να αποτυπώσουν τις ενδιάμεσες κατηγορίες (π.χ. περιβαλλοντικοί πρόσφυγες, εκτοπισμένοι λόγω έμφυλης βίας), οι οποίες συχνά αποκλείονται από την προστασία των υπαρχόντων πλαισίων. Στο πλαίσιο αυτό, η τυπολογία των εννοιών δεν πρέπει να οδηγεί σε ιεράρχηση της αξίας ή κανονικοποίηση της εξαίρεσης, αλλά να λειτουργεί ως υπόβαθρο για την ανάπτυξη στοχευμένων, συμπεριληπτικών και πολυεπίπεδων πολιτικών ένταξης (Verleyen & Beckers, 2023).

Από κοινωνιολογική και παιδαγωγική σκοπιά, τόσο οι πρόσφυγες όσο και οι μετανάστες (ανεξαρτήτως νομικού καθεστώτος) συγκροτούν ομάδες με κοινές εμπειρίες εκπατρισμού, πολιτισμικής αποκοπής, γλωσσικού φραγμού και διαρθρωτικού αποκλεισμού (McBrien, 2017). Οι ανάγκες που αναδύονται από αυτές τις συνθήκες καθιστούν επιτακτική την ενίσχυση πολιτικών κοινωνικής συνοχής, με έμφαση σε μηχανισμούς όπως η διαπολιτισμική εκπαίδευση, η πρόσβαση στην αγορά εργασίας, και –στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης– η ενεργός συμμετοχή στον αθλητισμό, ως μέσο ενδυνάμωσης, ορατότητας και ένταξης.

Μετάβαση στο περιεχόμενο