5.2 Η Σύμβαση της Γενεύης και η προστασία των προσφύγων (Α’ μέρος)
Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, σε συνδυασμό με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967, συγκροτεί τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς προσφυγικού δικαίου, αποτελώντας την κύρια νομική βάση για την αναγνώριση, προστασία και αντιμετώπιση των προσφύγων διεθνώς. Η Σύμβαση καθορίζει σαφώς τον όρο «πρόσφυγας» (Άρθρο 1Α(2)), αναγνωρίζοντας ως τέτοιο κάθε άτομο που, εξαιτίας βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε κοινωνική ομάδα ή πολιτικής γνώμης, βρίσκεται εκτός της χώρας του και δεν δύναται ή δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή (UNHCR, 2001).
Ορίζοντας την αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement) ως ακροτελεύτιο θεμέλιο (Άρθρο 33), η Σύμβαση απαγορεύει τη βίαιη επιστροφή προσφύγων σε χώρες όπου απειλείται η ζωή ή η ελευθερία τους (Haertel, 2022). Παράλληλα, κατοχυρώνει μια ευρεία γκάμα δικαιωμάτων – από την πρόσβαση στην εκπαίδευση (Άρθρο 22) (Whalen, 2022) και την εργασία (Άρθρο 17) έως την ισότιμη μεταχείριση στην κοινωνική πρόνοια (Άρθρο 23) – αποβλέποντας όχι απλώς στη φυσική προστασία των προσφύγων, αλλά και στην ολοκληρωμένη κοινωνική τους ενσωμάτωση (Adebayo, 2015).
Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη των προσφύγων σε δομές αθλητικής δραστηριότητας, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο κείμενο της Σύμβασης, εντάσσεται λειτουργικά στις διατάξεις περί κοινωνικής συμμετοχής και αξιοπρεπούς διαβίωσης (Ziegler, 2013). Οι αθλητικές πρακτικές, ιδιαίτερα όταν συνδέονται με την κοινοτική ζωή, λειτουργούν ως εργαλεία θεραπείας τραυμάτων, οικοδόμησης εμπιστοσύνης και αποκατάστασης της κοινωνικής συνοχής, επιτρέποντας στους πρόσφυγες να επαναδιαπραγματευτούν τη θέση τους στη νέα κοινωνία.
Η διατομή των προσφυγικών και αναπηρικών ταυτοτήτων, όπως στην περίπτωση εκτοπισμένων ΑμεΑ, αναδεικνύει μια πολλαπλή ευαλωτότητα, η οποία επιβάλλει μια περισσότερο στοχευμένη εφαρμογή της Σύμβασης. Αν και νομικά δεν υπάρχει ιεράρχηση αναγκών εντός των προσφυγικών πληθυσμών, η εμπειρική πραγματικότητα δείχνει ότι τα ΑμεΑ πρόσφυγες συχνά αποκλείονται από δομές φιλοξενίας, εκπαίδευσης, ακόμη και από διαδικασίες ασύλου, λόγω ελλιπούς θεσμικής προετοιμασίας και ανεπαρκών προσβάσιμων υποδομών (Conte, 2016). Οι εθνικές πολιτικές καλούνται, επομένως, να μεταφράσουν το πνεύμα της Σύμβασης σε στοχευμένες παρεμβάσεις ένταξης που περιλαμβάνουν και την προσβασιμότητα στην άθληση ως βασικό δικαίωμα.
Περαιτέρω, η εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν εναρμονίζεται με ευρωπαϊκές πολιτικές ένταξης, όπως αυτές διατυπώνονται στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Δράσης για την Ένταξη και την Ένταξη των Μεταναστών (2021–2027), το οποίο ενσωματώνει τον αθλητισμό ως εργαλείο ένταξης στο πλαίσιο του Erasmus+ Sport (Berry & Taban, 2022). Οι δράσεις των κρατών-μελών και των ΜΚΟ, όπως τα προγράμματα “Sport Welcomes Refugees” και “REFUGYM”, αποτελούν ενσάρκωση της Σύμβασης στο πεδίο, ενδυναμώνοντας τον πρόσφυγα όχι μόνο ως αποδέκτη φροντίδας αλλά ως ενεργό κοινωνικό υποκείμενο (Doidge et al., 2020).
