- Αθλητισμός και ΑΜΕΑ
4.1 Ορισμός ΑΜΕΑ
Η εννοιολόγηση της αναπηρίας, στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, έχει υποστεί σημαντικές μεταστροφές κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αντανακλώντας την ευρύτερη μετατόπιση από ιατροκεντρικά προς κοινωνικά και δικαιωματικά παραδείγματα. Η αναπηρία δεν νοείται πλέον ως έλλειμμα, ούτε αποκλειστικά ως ατομική παθολογία, αλλά προσεγγίζεται ως κοινωνικό κατασκεύασμα που αναδύεται στη διασταύρωση του ατόμου με δομές, πρακτικές και θεσμούς που παρεμποδίζουν τη συμμετοχή του στην κοινωνική ζωή (Patel & Brown, 2018).
Καθοριστική τομή σε αυτόν τον εννοιολογικό αναπροσανατολισμό αποτέλεσε η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD), σηματοδοτώντας την υιοθέτηση μιας ανθρωποκεντρικής, κοινωνικής και δικαιωματικής προσέγγισης. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης, ως άτομα με αναπηρίες ορίζονται «εκείνα τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, νοητικές, πνευματικές ή αισθητηριακές βλάβες, οι οποίες, σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, ενδέχεται να παρεμποδίζουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή τους στην κοινωνία επί ίσοις όροις με τους άλλους» (Della Fina et al., 2018). Ο εν λόγω ορισμός μετατοπίζει το σημείο αναφοράς από τη βλάβη στο περιβάλλον, επισημαίνοντας ότι η αναπηρία δεν είναι έμφυτη στο άτομο, αλλά προκαλείται από κοινωνικά, θεσμικά και επικοινωνιακά εμπόδια.
Η προσέγγιση αυτή ενισχύεται από την βιοψυχοκοινωνική θεώρηση της Διεθνούς Ταξινόμησης Λειτουργικότητας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ICF), η οποία εδράζεται στην παραδοχή ότι η λειτουργικότητα και η αναπηρία αποτελούν δυναμικές έννοιες, διαμορφούμενες από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα χαρακτηριστικά του ατόμου και στα περιβαλλοντικά συμφραζόμενα. Η αναπηρία αναγνωρίζεται, λοιπόν, ως προϊόν κοινωνικών φραγμών και ανισοτήτων – και όχι ως απόρροια της ίδιας της λειτουργικής διαφοροποίησης (WHO, 2007).
Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται σαφής η διάκριση μεταξύ του όρου impairment (δηλαδή της οργανικής, σωματικής ή ψυχολογικής διαφοράς) και του όρου disability, ο οποίος συνδέεται με το κοινωνικό αποτέλεσμα αυτής της διαφοράς, όταν αυτή περιχαρακώνεται από δομικούς αποκλεισμούς, στίγμα, έλλειψη προσβασιμότητας και περιορισμένη θεσμική εκπροσώπηση (Umeasiegbu et al., 2013). Έτσι, για παράδειγμα, ένα άτομο με κινητική δυσκολία δεν είναι αποκλεισμένο εξαιτίας της ίδιας της δυσκολίας του, αλλά λόγω της μη ύπαρξης ανελκυστήρων, ραμπών, προσιτών μεταφορών ή εκπαιδευτικών δομών.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ευρωπαϊκή πολιτική, η οποία – ιδίως μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας – υιοθετεί ρητά το πρόταγμα της ισότητας μέσω της αποδόμησης των εμποδίων και της προώθησης της καθολικής προσβασιμότητας. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (2021–2030) αναγνωρίζει ρητά ότι η αναπηρία δεν πρέπει να αποτελεί λόγο περιθωριοποίησης, αλλά ζήτημα θεσμικής ευθύνης για τη δημιουργία ενός κοινωνικά συμπεριληπτικού και προσβάσιμου πλαισίου για όλους τους πολίτες (European Commission, 2021).
Ως εκ τούτου, η κατανόηση της αναπηρίας σήμερα υπερβαίνει τους στενούς ιατροκεντρικούς και διοικητικούς ορισμούς και ενσωματώνει κοινωνιολογικές, πολιτικές και ηθικές συνιστώσες. Αναγνωρίζεται ότι ο αποκλεισμός των ΑΜΕΑ δεν είναι απόρροια της ίδιας της βλάβης, αλλά της συστηματικής αποτυχίας του κοινωνικού περιβάλλοντος να καταστεί συμπεριληπτικό. Η έννοια της αναπηρίας, συνεπώς, δεν είναι μια στατική κατηγορία, αλλά ένα δυναμικό κοινωνικό πεδίο διαπραγμάτευσης ισχύος, προσβασιμότητας και δικαιωμάτων (Favalli 2018).
Η αναγνώριση αυτής της προσέγγισης είναι καίρια για τον αθλητισμό, καθώς ο τελευταίος δεν λειτουργεί απλώς ως εργαλείο «αποκατάστασης», αλλά –υπό όρους συμπερίληψης– μπορεί να καταστεί μέσο ενδυνάμωσης, ισότιμης συμμετοχής και κοινωνικής αναγνώρισης των ατόμων με αναπηρία (Wilson & Clayton, 2010). Η συμμετοχή των ΑΜΕΑ στον αθλητισμό δεν είναι, επομένως, μια δευτερεύουσα πολιτική επιλογή, αλλά ένας κρίσιμος δείκτης δημοκρατικότητας, ισότητας και εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
