4.2 Σύμβαση για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (CRPD)
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες (CRPD), η οποία υιοθετήθηκε το 2006 και κυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2010, συνιστά ιστορική τομή στην παγκόσμια προσπάθεια θεσμικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ). Σε αντίθεση με παλαιότερες ρυθμίσεις που προσεγγίζουν την αναπηρία ως ζήτημα φιλανθρωπίας ή ιατρικής διαχείρισης, η CRPD εισάγει ένα ριζικά δικαιωματικό και κοινωνιοκεντρικό υπόδειγμα, το οποίο καθιστά την αναπηρία αντικείμενο ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικής ισότητας (Harpur, 2012).
Στον πυρήνα της Σύμβασης βρίσκεται η αναγνώριση ότι τα ΑμεΑ είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, φορείς αξιοπρέπειας και αυτονομίας, και όχι παθητικοί αποδέκτες παροχών. Η CRPD δεν δημιουργεί νέα δικαιώματα· αντιθέτως, διασφαλίζει ότι τα υφιστάμενα δικαιώματα του διεθνούς και εθνικού δικαίου καθίστανται προσβάσιμα, υλοποιήσιμα και κατοχυρωμένα για όλους, χωρίς αποκλεισμούς (Della Fina et al., 2018). Εστιάζει δε ιδιαίτερα στην άρση των εμποδίων που περιορίζουν την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων, αποδίδοντας προτεραιότητα στην καθολική προσβασιμότητα, στην ισότητα ευκαιριών, στην ανεξάρτητη διαβίωση και στην πλήρη κοινωνική συμμετοχή.
Η Σύμβαση διαρθρώνεται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο που καλύπτει όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, από την εκπαίδευση και την απασχόληση έως την πολιτιστική συμμετοχή και τον αθλητισμό. Ειδικά σε ό,τι αφορά τον τελευταίο, το Άρθρο 30(5)5 καθιερώνει ρητά την υποχρέωση των κρατών-μελών να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των ΑμεΑ στον αθλητισμό, την ψυχαγωγία, τον πολιτισμό και τον τουρισμό. Πιο συγκεκριμένα, καλούνται να λαμβάνουν μέτρα για τη δημιουργία κατάλληλων υποδομών, την προσαρμογή προγραμμάτων, καθώς και για την ενίσχυση της συμμετοχής των ΑμεΑ σε αθλητικές δραστηριότητες τόσο σε επίπεδο αναψυχής όσο και αγωνιστικής εκπροσώπησης (IDA, 2022).
Η εν λόγω διάταξη είναι απολύτως συνεπής με τη γενικότερη φιλοσοφία της CRPD, η οποία απορρίπτει την ετερονομία και την απομόνωση υπέρ της ενδυνάμωσης και της ενταξιακής πρακτικής. Ενισχύει, επίσης, την ανάγκη για οριζόντιες πολιτικές που διασυνδέουν την προσβασιμότητα με την ενεργό συμμετοχή και την ένταξη, στη βάση της αρχής της μη διάκρισης και της ισότητας στην πράξη (IDA, 2022).
Σε επίπεδο ΕΕ, η κύρωση της CRPD επέφερε σημαντικές προσαρμογές στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και στρατηγική, κυρίως μέσα από τον σχεδιασμό πολυετών πλαισίων δράσης (π.χ. η Στρατηγική για την Αναπηρία 2021–2030) που προτάσσουν τη δικαιωματική θεώρηση της πολιτικής για την αναπηρία και ενσωματώνουν τον αθλητισμό ως μέσο πολιτικής συνοχής και κοινωνικής ένταξης. Η αναγνώριση της Σύμβασης ως δεσμευτικής για τα κράτη-μέλη ενδυναμώνει περαιτέρω τον ρόλο της ως εργαλείου ελέγχου, αξιολόγησης και πίεσης για την υιοθέτηση πρακτικών που ενισχύουν τη συμμετοχικότητα των ΑμεΑ στον δημόσιο χώρο (Bantekas et al., 2018).
Τέλος, η CRPD έχει ευρύτερη συμβολική και πολιτική σημασία, καθώς εγκαινιάζει ένα νέο πολιτικό και ηθικό παράδειγμα αντιμετώπισης της αναπηρίας: από την περιθωριοποίηση στη συμπερίληψη, από την αποδοχή στην ισοτιμία, από την κανονιστική παρέκκλιση στη θεσμική κανονικότητα (Della Fina et al., 2018). Υπό αυτό το πρίσμα, η εφαρμογή των διατάξεών της – και ειδικότερα εκείνων που αφορούν τον αθλητισμό – συνιστά δείκτη δημοκρατικής ωριμότητας, θεσμικής ενσυναίσθησης και πολιτισμικής ευθύνης για κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία.
