3.2. Η Λευκή Βίβλος για τον αθλητισμό (Β’ ΜΕΡΟΣ)
Παράλληλα με τη Λευκή Βίβλο, παρουσιάστηκε το Σχέδιο Δράσης “Pierre de Coubertin”, ένα πρόγραμμα εφαρμογής το οποίο περιλάμβανε περισσότερες από πενήντα συγκεκριμένες δράσεις για την τριετία 2007–2010. Το Σχέδιο αυτό στόχευε στην προώθηση της υγείας μέσω της φυσικής δραστηριότητας, στην κοινωνική ένταξη ευάλωτων ομάδων, στην αντιμετώπιση της βίας και του ρατσισμού στον αθλητισμό, καθώς και στην κατοχύρωση της ισότητας ευκαιριών και της διαπολιτισμικής κατανόησης (Martínková, 2012). Μέσα από αυτό το σχέδιο, οι στρατηγικές της Βίβλου έλαβαν πρακτική διάσταση, προσδίδοντας στον ευρωπαϊκό προγραμματισμό σαφή κατεύθυνση και λειτουργικό περιεχόμενο.
Παρά την ιστορική της σημασία, η Λευκή Βίβλος δεν διέφυγε της κριτικής. Πρωτίστως, ο μη δεσμευτικός χαρακτήρας του εγγράφου περιόρισε την αποτελεσματικότητά του σε επίπεδο εθνικών πολιτικών, καθώς άφηνε στην ευχέρεια των κρατών-μελών την υιοθέτηση ή μη των προτεινόμενων μέτρων. Επιπλέον, κατηγορήθηκε ότι δεν προσέφερε συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες λύσεις για τις ανισότητες στην πρόσβαση στον αθλητισμό, ιδίως για ομάδες που βρίσκονται στο περιθώριο, όπως είναι οι γυναίκες, τα άτομα με αναπηρία και οι πρόσφυγες. Τέλος, αν και προέβη σε γενικές επισημάνσεις για την ανάγκη ρύθμισης του επαγγελματικού αθλητισμού, απέφυγε να εισηγηθεί δομικές τομές ή θεσμικές παρεμβάσεις που να ελέγχουν την υπερσυγκέντρωση ισχύος και πόρων (Long & Bianchini, 2022).
Ωστόσο, η σημασία της Βίβλου παραμένει καταλυτική. Αποτέλεσε τον απαραίτητο θεμέλιο λίθο για την αναγνώριση του αθλητισμού ως πεδίου θεσμικής αρμοδιότητας της ΕΕ, όπως αυτό κατοχυρώθηκε ρητά στο άρθρο 165 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Έκτοτε, ο αθλητισμός αναγνωρίζεται όχι απλώς ως κοινωνική ή πολιτισμική δραστηριότητα, αλλά ως πολιτικό εργαλείο με στρατηγική αξία για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη, τη διατήρηση της συνοχής και την ενίσχυση της δημοκρατικής διακυβέρνησης (García & De Wolff, 2018).
