3.3. Η αθλητική πολιτική μετά την Συνθήκη της Λισαβόνας
Η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009, αποτέλεσε την πρώτη επίσημη και θεσμικά κατοχυρωμένη αναγνώριση του αθλητισμού ως πεδίου αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με την εισαγωγή του άρθρου 165 στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ο αθλητισμός έπαψε να αποτελεί έναν θεσμικά «αόρατο» τομέα δράσης, καθώς του αποδόθηκε πλέον υποστηρικτική και συντονιστική αρμοδιότητα, με στόχο την ενίσχυση της ευρωπαϊκής διάστασης στην άσκηση πολιτικής στον εν λόγω τομέα (Weatherill, 2014).
Η θεσμοθέτηση του αθλητισμού στο πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο δεν ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει την αυξανόμενη πολιτική σημασία που είχε προσλάβει ο αθλητισμός στις δεκαετίες που προηγήθηκαν· ήρθε να του προσδώσει νομική εγκυρότητα και κανονιστική προοπτική, παρέχοντας στα θεσμικά όργανα της Ένωσης τη δυνατότητα να αναπτύξουν στρατηγικές παρεμβάσεις, να προωθήσουν συνεργασίες μεταξύ των κρατών-μελών και να χρηματοδοτήσουν στοχευμένες δράσεις (García & Weatherill, 2012). Όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 165 ΣΛΕΕ, η Ένωση αποσκοπεί στη «ανάπτυξη της ευρωπαϊκής διάστασης του αθλητισμού, προωθώντας την ισότητα των ευκαιριών και την υγεία μέσω της φυσικής δραστηριότητας, καθώς και αναγνωρίζοντας τον κοινωνικό, μορφωτικό και εθελοντικό του χαρακτήρα».3
Η συγκεκριμένη θεσμική αναγνώριση συνιστά μετασχηματισμό του τρόπου με τον οποίο η ΕΕ αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται τον αθλητισμό: από έναν περιφερειακό και συμβολικά φορτισμένο τομέα, σε ένα εργαλείο κοινωνικής πολιτικής, πολιτισμικής συνοχής και οικονομικής ανάπτυξης. Η υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης κατέστησε δυνατή τη συστηματοποίηση των παρεμβάσεων της Ένωσης και την υιοθέτηση πολυετών στρατηγικών πλαισίων. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαινίασε το «Έγγραφο Εργασίας για τον Αθλητισμό» (EU Work Plan for Sport) για την περίοδο 2011–2014, το οποίο αποτέλεσε το πρώτο προγραμματικό εργαλείο μετά την Συνθήκη της Λισαβόνας, και εγκαινίασε έναν κύκλο διαδοχικών σχεδίων (2014–2017, 2017–2020, 2021–2024), που ανανεώνονται περιοδικά με γνώμονα τις κοινωνικοπολιτικές προκλήσεις και τις ανάγκες της εποχής (Bilohur & Oleksenko, 2022).
Σημαντική παράμετρος της αθλητικής πολιτικής της ΕΕ μετά το 2009 είναι και η ένταξη του αθλητισμού στον χρηματοδοτικό μηχανισμό του Erasmus+, ο οποίος από την περίοδο 2014–2020 απέκτησε ειδικό κεφάλαιο για την υποστήριξη δράσεων στον αθλητικό τομέα. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ένωσης, ο αθλητισμός καθίσταται αντικείμενο προγραμματισμένης και στοχευμένης χρηματοδότησης, προκειμένου να ενισχυθούν διακρατικά σχέδια που προωθούν την κοινωνική ένταξη, την υγεία, την ισότητα των φύλων, την προσβασιμότητα και την καταπολέμηση των διακρίσεων (Valeri, 2019).
Επιπροσθέτως, η Συνθήκη της Λισαβόνας συνέβαλε στην επανεκτίμηση των σχέσεων μεταξύ της θεσμικής αυτονομίας των αθλητικών φορέων και του κοινοτικού δικαίου, επαναφέροντας στο προσκήνιο το αίτημα για διαφάνεια, καλή διακυβέρνηση και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός του αθλητικού πλαισίου. Η αντίληψη του αθλητισμού ως δημόσιου αγαθού και όχι απλώς ως αγοράς ή επαγγελματικής δραστηριότητας, απέκτησε θεσμικό έρεισμα και δικαιολογητική βάση εντός του ευρωπαϊκού νομικού συστήματος (Weatherill, 2014).
Παρά το γεγονός ότι η θεσμική αναγνώριση της αθλητικής πολιτικής μέσω της Συνθήκης δεν συνοδεύτηκε από αποκλειστικές νομοθετικές αρμοδιότητες –αφού ο αθλητισμός παραμένει πεδίο συμπληρωματικής αρμοδιότητας για την Ένωση–, εντούτοις, η Συμφωνία της Λισαβόνας κατέστησε εφικτή την υιοθέτηση πολιτικών «ήπιας ισχύος», οι οποίες, αν και μη δεσμευτικές, ασκούν επιδραστική επιρροή στους μηχανισμούς εθνικής πολιτικής. Τα κράτη-μέλη καλούνται πλέον να ευθυγραμμίσουν τις εθνικές τους στρατηγικές με τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες, κυρίως όσον αφορά την κοινωνική διάσταση του αθλητισμού, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσβαση, την ισότητα και την ένταξη (García & Weatherill, 2012).
Εν ολίγοις, η Συνθήκη της Λισαβόνας δεν προσέφερε απλώς μία νομική «αναγνώριση» του αθλητισμού, αλλά επιπλέον πυροδότησε τη θεσμική του εδραίωση ως εργαλείου κοινωνικής πολιτικής, ενδυνάμωσης των πολιτών και ενίσχυσης της συνοχής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3 https://eur-lex.europa.eu/eli/treaty/tfeu_2008/art_165/oj/eng
