Τις προσαρμοστικές πιέσεις που δέχονται τα κράτη λόγω του εξευρωπαϊσμού μελέτησε εξονυχιστικά και ο Olsen το 2002, τονίζοντας πως ο εξευρωπαϊσμός δεν είναι μόνο μια διαδικασία διάδοσης του ευρωπαϊκού συστήματος κανόνων και της θεσμικής συμμόρφωσης, αλλά αντιθέτως είναι ένα πλαίσιο διάχυσης ευρωπαϊκών αξιών και πεποιθήσεων και καλλιέργειας διαφορετικής νοοτροπίας (Olsen, 2002). Αυτή η τελευταία διάσταση του φαινομένου έχει ιδιαίτερη σημασία για την αθλητική πολιτική, και ιδιαιτέρως την κοινωνική της διάσταση, μιας και ο εξευρωπαϊσμός στον αθλητισμό δεν βρίσκει εφαρμογή στους τυπικούς κανόνες πολιτικής, αλλά κυρίως σε άτυπες πτυχές όπως οι αξίες, οι ιδέες, οι αρχές και οι ιδεολογίες (Bulmer & Radaelli, 2004). Ωστόσο, ακόμη και αυτή η βελτιωμένη προσέγγιση παραμένει περιοριστική μιας και δεν συνυπολογίζει ούτε την αλληλεπίδραση των δύο επιπέδων ούτε την δύναμη επιρροής των κρατών στην συνδιαμόρφωση των ευρωπαϊκών κανόνων και πολιτικών (Borze, 2005; Hang, 2011).
Παρόλα αυτά, ο George (2001) υποστηρίζει πως τα κράτη δεν αποδέχονται παθητικά τις πιέσεις των θεσμικών οργάνων, αλλά αντιθέτως προσπαθούν να μεταφορτώσουν τις δικές τους εθνικές προτιμήσεις προς την Ένωση. Μάλιστα, κατά τον Hang (2011), με αυτή τους την κίνηση τα κράτη έχουν ως απώτερο στόχο να γεφυρώσουν τον βαθμό ασυμφωνίας τους με την ΕΕ. Επομένως, η bottom-up προσέγγιση αντικατοπτρίζει ότι η σχέση των δύο επιπέδων είναι κατά βάση μία διαδραστική και αμφίδρομη διαδικασία, καθιστώντας παράλληλα την οριζόντια προσέγγιση πιο ολοκληρωμένη (Hang, 2011). Παρόμοια άποψη ανέπτυξαν και οι Dyson και Goetz (2003) με τον όρο “κυκλική διαδικασία”, υποστηρίζοντας πως ο εξευρωπαϊσμός πραγματοποιείται τόσο με το «downloading» όσο και με το «uploading».
Γι’ αυτό τον λόγο, ο Kaliber (2013) απορρίπτει την προσέγγιση από πάνω προς τα κάτω, θεωρώντας πως ο εξευρωπαϊσμός δεν αποτελεί μια γραμμική διαδικασία προσαρμογής στην ΕΕ αλλά αντίθετα, ένα κανονιστικό πλαίσιο όπου τα μέλη των επιπέδων έχοντας ως αφετηρία τους ευρωπαϊκούς κανόνες, πολιτικές και θεσμούς και μέσω της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης, χαράσσουν εκ νέου τους κανόνες αυτούς «διοχετεύοντάς» τους τόσο σε επίπεδο εθνικής όσο και πανευρωπαϊκής πολιτικής. Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο κινητοποιείται από ευρωπαϊκούς αλλά και εθνικούς παράγοντες, οι τελευταίοι παύουν να είναι απλοί διαμεσολαβητές και μετατρέπονται σε δημιουργοί (Kaliber, 2013). Επομένως, κατά τον Kaliber, η διάχυση του εξευρωπαϊσμού είναι άμεσα εξαρτώμενη από την προθυμία των εγχώριων παραγόντων να προβούν σε μια τέτοια αλληλεπίδραση και επαναδιαπραγμάτευση των ευρωπαϊκών αξιών. Ακόμη, κατά τον ίδιο συγγραφέα, το επίπεδο του εξευρωπαϊσμού, το οποίο εξαρτάται από τον τρόπο ερμηνείας του αλλά και την εκπροσώπηση του από διαφορετικούς συντελεστές, διασαφηνίζει και τον ορισμό του (Sipahioglu, 2017). Μάλιστα, οι Aydin-Duzgit και Kaliber (2016) υπογραμμίζουν πως οι εγχώριοι φορείς δεν αποτελούνται μονάχα από πολιτικά πρόσωπα καθώς και από διανοούμενους, δημοσιογράφους και ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Sipahioglu (2017), ο εξευρωπαϊσμός μπορεί να πραγματωθεί μέσα από δύο τελείως διαφορετικές διαδικασίες. Στην πρώτη, ο εξευρωπαϊσμός επιτυγχάνεται με την προσαρμογή των εθνικών πολιτικών στις επίσημες ευρωπαϊκές πολιτικές αποφάσεις ενώ στην δεύτερη, μέσω των συνεχών κοινωνικών αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στους παράγοντες των δύο επιπέδων (Sipahioglu, 2017). Στην πρώτη περίπτωση λοιπόν, ο εξευρωπαϊσμός παρουσιάζεται ως μια κοινή εξωτερική πολιτική, ενώ στην δεύτερη προσέγγιση αντιμετωπίζεται με μια πιο κονστρουκτιβιστική ερμηνεία (Sipahioglu, 2017). Αυτός ο δεύτερος τρόπος είναι και ο πιο αποδοτικός, μιας και όλη αυτή η αλληλόδραση μεταξύ ομότιμων βοηθάει στην ανταλλαγή και στη υιοθέτηση κοινών κανόνων και πεποιθήσεων, κάτι που είναι αναγκαίο και στα ευρωπαϊκά προγράμματα (Bulmer & Radaelli, 2004; Sakka & Chatzigianni, 2012).
