1.5. Περιορισμοί της έρευνας
Παρά την εντεινόμενη αναγνώριση της συμβολής του αθλητισμού στην κοινωνική ενσωμάτωση ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων, η παρούσα ερευνητική απόπειρα προσκρούει σε σειρά εννοιολογικών και μεθοδολογικών περιορισμών. Οι περιορισμοί αυτοί δεν εντοπίζονται μόνο σε ζητήματα θεωρητικής ερμηνείας αλλά κυρίως σε εμπειρικές αδυναμίες που σχετίζονται με την προσβασιμότητα, την τεκμηρίωση και την ακριβή αποτύπωση των χαρακτηριστικών του υπό μελέτη πληθυσμού.
Πρωτίστως, παρατηρείται αισθητή έλλειψη επικαιροποιημένων, έγκυρων και συγκρίσιμων στατιστικών δεδομένων για τους πρόσφυγες και μετανάστες με αναπηρία στον ευρωπαϊκό και ελληνικό χώρο. Παρά τις προσπάθειες οργανισμών όπως η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ή ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM), τα άτομα με αναπηρία δεν καταγράφονται συστηματικά ως διακριτή κατηγορία. Η απουσία εξειδικευμένων απογραφικών πεδίων που να αποτυπώνουν την ύπαρξη, το είδος ή και το ποσοστό της αναπηρίας δημιουργεί ένα σοβαρό ερευνητικό κενό, που δυσχεραίνει την αποτύπωση της έκτασης του φαινομένου και περιορίζει τη δυνατότητα εξαγωγής γενικευμένων συμπερασμάτων.
Παράλληλα, καταγράφεται δομική αδυναμία εντοπισμού και πρόσβασης στον εν λόγω πληθυσμό. Τα άτομα αυτά διαβιούν σε ετερογενείς μορφές φιλοξενίας —όπως προσωρινές δομές, αστικά διαμερίσματα (π.χ. πρόγραμμα ESTIA), καταυλισμούς ή κοινότητες— και χαρακτηρίζονται από μειωμένη κοινωνική διασύνδεση. Δεν υφίσταται ωστόσο, ενιαίος και συστηματικός μηχανισμός γεωγραφικής χαρτογράφησης ή υποχρεωτικής αναφοράς της αναπηρίας κατά την εγγραφή στα εθνικά ή ευρωπαϊκά συστήματα υποδοχής. Το γεγονός αυτό λειτουργεί ανασταλτικά τόσο στη συγκρότηση ερευνητικών δειγμάτων όσο και στην εν γένει διαμόρφωση τεκμηριωμένων πολιτικών.
Οι παραπάνω περιορισμοί επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στην ερευνητική διαδικασία και στους στόχους της μελέτης. Η αδυναμία πρόσβασης σε ποσοτικά δεδομένα και η ανεπάρκεια επιστημονικά εδραιωμένων τεκμηρίων υπονομεύει την δυνατότητα στατιστικής ανάλυσης και εξαγωγής καθολικών συμπερασμάτων. Το γεγονός αυτό καθιστά την αξιολόγηση παρεμβάσεων ένταξης —όπως το ευρωπαϊκό πρόγραμμα STEADY, το οποίο αποτελεί μελέτη περίπτωσης της παρούσας εργασίας— εξαρτημένη κυρίως από ποιοτικά δεδομένα, εμπειρικές παρατηρήσεις και ερμηνευτικές αναλύσεις, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα συγκριτικής ανάλυσης ή οικοδόμησης ενιαίων μοντέλων κοινωνικής ενσωμάτωσης.
