1.2. Ερευνητικό ερώτημα και υποθέσεις εργασίας
Υπό το πρίσμα της ολοένα εντεινόμενης ανάγκης για κοινωνική συνοχή και ισότητα ευκαιριών, η παρούσα εργασία θέτει ως βασικό της άξονα τη διερεύνηση του κατά πόσο ο αθλητισμός δύναται να αποτελέσει μοχλό ουσιαστικής ενσωμάτωσης μίας ιδιαίτερα ευάλωτης κοινωνικής ομάδας: των προσφύγων και μεταναστών με αναπηρία. Κατά συνέπεια, το κεντρικό ερώτημα που αναδύεται και πλαισιώνει ολόκληρη τη μελέτη διατυπώνεται ως εξής:
- Σε ποιο βαθμό μπορεί ο αθλητισμός να συμβάλει στην κοινωνική ένταξη προσφύγων και μεταναστών με αναπηρία;
Το εν λόγω ερώτημα εδράζεται σε μία σειρά παραδοχών και ερευνητικών υποθέσεων, οι οποίες λειτουργούν ως θεωρητικοί πυλώνες για την αποσαφήνιση της προβληματικής και την κατεύθυνση της ανάλυσης. Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα στηρίζεται στις ακόλουθες βασικές υποθέσεις:
- Ο αθλητισμός δεν αποτελεί απλώς μέσο σωματικής άσκησης ή ψυχαγωγίας, αλλά δύναται να λειτουργήσει ως πλαίσιο κοινωνικής ενδυνάμωσης και ένταξης, προσφέροντας στους πρόσφυγες με αναπηρία τη δυνατότητα ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων, οικοδόμησης διαπροσωπικών σχέσεων και ενίσχυσης της αυτοεικόνας τους.
2.Η Ελλάδα, ως χώρα πρώτης υποδοχής προσφύγων και με εμπειρία στη διαχείριση προσφυγικών ροών, έχει αναπτύξει πολιτικές ή επιμέρους προγράμματα που ενισχύουν τη συμμετοχή των συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων στον αθλητισμό.
3.Τα ευρωπαϊκά προγράμματα Erasmus+, με έμφαση στην κοινωνική διάσταση του αθλητισμού, αποτελούν ήδη ένα ενεργό εργαλείο στην κατεύθυνση της ένταξης των εκτοπισμένων ΑμεΑ.
Οι παραπάνω υποθέσεις διαμορφώνουν τον θεωρητικό καμβά της παρούσας έρευνας και αποτελούν το έναυσμα για την ενδελεχή μελέτη της ελληνικής πραγματικότητας και των δυνατοτήτων ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής μέσω της αξιοποίησης του αθλητισμού.
