- ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1.1. Η σπουδαιότητα του θέματος
Ο αθλητισμός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ζωής, καθώς συνδέεται άρρηκτα με τη υγεία και την ευημερία. Γι’ αυτό τον λόγο, αν και μόλις στο πρόσφατο παρελθόν, διατηρεί εξέχουσα θέση στην ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα τα κράτη-μέλη κάνουν συνεχείς προσπάθειες να εξελίξουν αυτόν τον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα. Πιο συγκεκριμένα, η αθλητική πολιτική ήρθε στην ημερήσια ευρωπαϊκή διάταξη μόλις το 1992, όταν το Συμβούλιο της Ευρώπης με τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Αθλητισμού 1 υπογράμμισε τη σπουδαιότητα της συμμετοχής των ευρωπαίων στον αθλητισμό. Ο «εξευρωπαϊσμός» της αθλητικής πολιτικής επηρέασε σημαντικά τη διαμόρφωση των δράσεων της αθλητικής πολιτικής σε όλα τα επίπεδα αλλά και το τρόπο χάραξης πολιτικής στην ευρωζώνη (Dobrić Jambrović & Marešić, 2020), ο οποίος είχε ως απώτερο στόχο να προσδώσει μια ευρωπαϊκή διάσταση στο θέμα του αθλητισμού.
Εφαλτήριο της αθλητικής πολιτικής θεωρείται η Λευκή Βίβλος για τον Αθλητισμό (Rogulski & Miettinen, 2009) και το σχέδιο δράσης Pierre de Coubertin (Naul, 2014), μέσω των οποίων και αναδείχθηκε η σημασία των διαφόρων πτυχών του αθλητισμού (κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής) τόσο στην δημιουργία όσο και στην διατήρηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Αν και η Λευκή Βίβλος θεωρείται σημείο εκκίνησης για την συγκεκριμένη πολιτική, επίσημο ορόσημο για τον αθλητισμό αποτελεί η Συνθήκη της Λισαβόνας (2009), καθώς τότε μόνο τα θεσμικά όργανα απέκτησαν αρμοδιότητα για την χάραξη τεκμηριωμένης πολιτικής. Στη Συνθήκη αυτή, υπογραμμίζεται πως η ΕΕ συνεισφέρει στην προώθηση των ευρωπαϊκών αθλητικών δραστηριοτήτων, κατανοώντας την ιδιαίτερη φύση του καθώς και τις δομές που στηρίζονται στην εθελοντική δράση. Επιπλέον, γίνεται αναφορά και στον κοινωνικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα του αθλητισμού (Weatherill, 2014), αποκρυσταλλώνοντας την σημασία του χαρακτήρα αυτού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως είχε ήδη μνημονευτεί στην Λευκή Βίβλο, ενώ ταυτόχρονα συνιστά τον συνδετικό κρίκο με την μετέπειτα αξιοποίησή του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρώτο ουσιαστικό βήμα για την μετουσίωση της αθλητικής πολιτικής σημειώθηκε την περίοδο 2014-2020, όταν η ΕΕ προκειμένου να στηρίξει τις αθλητικές της δραστηριότητες, θέσπισε για πρώτη φορά ειδικό κονδύλι του προϋπολογισμού στα πλαίσια του προγράμματος Erasmus +. Το πρόγραμμα αυτό έχοντας ως πρωταρχικό σκοπό την καλλιέργεια της ευρωπαϊκής διάστασης του αθλητισμού, ευθυγραμμίστηκε πλήρως με την πολυετή οικονομική στρατηγική «Ευρώπη 2020» (Bilohur & Oleksenko, 2022), η οποία αποσκοπούσε στην αύξηση των θέσεων εργασίας αλλά και στην κοινωνική συνοχή και ένταξη των ευρωπαίων πολιτών.
Η σημασία της κοινωνικής διάστασης του αθλητισμού και η συμβολή του στην κοινωνική συνοχή έχει καταστεί αντιληπτή τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε διεθνές (Moustakas & Robrade, 2023). Σε ότι αφορά τη διεθνή κοινότητα, ο αθλητισμός κατέχει περίοπτη θέση, καθώς στην Ατζέντα 2030 των Ηνωμένων Εθνών αυτός καταδεικνύεται ως ιδανικό μέσο κοινωνικής ένταξης ιδίως για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (Carney & Carty, 2025), όπως τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. Αν και ο ΟΗΕ αντιμετώπιζε πάντοτε τον αθλητισμό ως έναν από τους κυριότερους παράγοντες στην προώθηση της ειρήνης, πλέον αναγνωρίζει επίσημα την δυναμική του και στην επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης, καθώς για τον ΟΗΕ, η «γλώσσα» του αθλητισμού έχει την δυνατότητα να καταργεί τους κοινωνικούς φραγμούς και να διευκολύνει την κοινωνική ένταξη (Beutler, 2008). Η αναγνώριση αυτή δεν υπήρξε τυχαία, καθότι η αντιμετώπιση του σύγχρονου προσφυγικού ζητήματος ανέσυρε στην επιφάνεια και την επιτακτική ανάγκη εξεύρεσης αποτελεσματικών μέσων ένταξης για το σύνολο των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Ακολούθως, ο αθλητισμός και ιδίως η κοινωνική διάσταση αυτού, απέκτησε περίοπτη θέση στη διεθνή ατζέντα, αφού ούτως ή άλλως αυτός αποτελεί δίαυλος αποκόμισης πολλαπλών ωφελειών για τις κοινωνίες συνολικά (Moustakas & Robrade, 2023).
Για το λόγο αυτό, η αθλητική πολιτική συνιστά πεδίο πάντοτε επίκαιρο και επιδεκτικό εκτεταμένης ανάλυσης λόγω της ικανότητας του αθλητισμού να συμπεριλάβει άτομα από όλα τα επίπεδα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης (Raw et al., 2022). Προεξεχόντως, καθίσταται αναγκαία η μελέτη της επίδρασης αυτού ως μέσο ένταξης κοινωνικών ομάδων και ιδιαιτέρως, μιας «νέας» κοινωνικής ομάδας που αναπήδησε φαινομενικά μέσω των αυξημένων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών του πρόσφατος παρελθόντος. Ως τέτοια για την παρούσα εργασία νοείται η ομάδα των προσφύγων και μεταναστών που αντιμετωπίζουν ειδικές ανάγκες, μιας ομάδας διπλά ταλαιπωρημένης, η οποία δυσκολεύεται διττά να ενταχθεί στην κοινωνία.
Λαμβάνοντας υπόψη τον κοινωνικό ρόλο του αθλητισμού αλλά και την ενωτική του δύναμη, η παρούσα εργασία θα επιχειρήσει να αναδείξει το κατά πόσο δύναται ο αθλητισμός να συμβάλλει πράγματι στην ομαλή ένταξη αυτής της ευαίσθητης ομάδας και στην ενσωμάτωση αυτής στο κοινωνικό ιστό των ευρωπαϊκών κρατών που υποδέχτηκαν αυξημένες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές την τελευταία δεκαετία. Για τους σκοπούς της παρούσας, η προσέγγιση του ζητήματος θα επιχειρηθεί με εξέταση της Ελληνικής πραγματικότητας και των πολιτικών που έχουν προωθηθεί μέχρι στιγμής σε τοπικό επίπεδο, στο βαθμό που μέσω της Ελλάδας, προβάλλεται και η συνολική ευρωπαϊκή οπτική για το ζήτημα της ένταξης των προσφύγων και μεταναστών ΑΜΕΑ.
1 European Sports Charter. https://www.coe.int/en/web/sport/european-sports-charter
