Συμπεράσματα -μέρος Δ
Ένα άλλο ερώτημα που τίθεται συχνά είναι αν η ένταξη των ανάπηρων μαθητών δυσχεραίνει και λειτουργεί ανασταλτικά στην πρόοδο των υπόλοιπων παιδιών στη γενική τάξη. Αυτή είναι μία εσφαλμένη αντίληψη, καθώς σύμφωνα και με τη βιβλιογραφία η συνεκπαίδευση ανάμεσα στους μαθητές, ανάπηρους και μη, προάγει την ενσυναίσθηση, τη συνεργασία και την ακαδημαϊκή πρόοδο όλων των μαθητών. Στην επιτυχία της ένταξης λειτουργεί ενισχυτικά και ο κατάλληλος σχεδιασμός των εκπαιδευτικών μεθόδων, προσφέροντας μια ποιοτική υποστήριξη στη διδασκαλία. Ζωτικής σημασίας αποτελεί και ο ρόλος των εκπαιδευτικών οι οποίοι πρέπει να είναι φορείς της δίκαιης συμμετοχικής μάθησης. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που υπονομεύουν τη δράση των εκπαιδευτικών όπως η έλλειψη επιμορφωτικών προγραμμάτων, καθώς και η απουσία θεσμικού και επιστημονικού πλαισίου υποστήριξης. Οι συνθήκες αυτές δημιουργούν φόβο και άγχος στους εκπαιδευτικούς, αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν στα διαφορετικά μαθησιακά προφίλ και στις εξειδικευμένες απαιτήσεις. Η επαγγελματική ενίσχυση, η συνεργατική διάθεση και η επιμόρφωση αποτελούν βασικές παραμέτρους για την ουσιαστική ένταξη των ανάπηρων μαθητών και την αποφυγή της απομόνωσης.
Ένα άλλο θέμα ηθικής διάστασης, είναι αν εξασφαλίζεται η αυτονομία ενός μαθητή με αναπηρία στα πλαίσια της ενταξιακής εκπαίδευσης ή καταπατάται η προσωπικότητα του. Η πραγματική ένταξη υλοποιείται με την ενεργό συμμετοχή του μαθητή, καθώς εξασφαλίζεται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, και όχι με την τυπική φυσική παρουσία στη τάξη. Όταν ο μαθητής αντιμετωπίζεται παθητικά ή υπερπροστατευτικά, η αυτονομία του υποσκάπτεται και εμποδίζεται η προσωπική του εξέλιξη. Αντίθετα, ενισχύεται η αυτονομία μέσω των εξατομικευμένων πρακτικών μάθησης και τη χρήση τεχνολογικών μέσων, όταν αυτά χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά έως ενισχυτικό μέσο και όχι υποκαθιστώντας την παιδαγωγική πράξη.
Παράλληλα, η προσβασιμότητα ενισχύει την ισότιμη συμμετοχή των ανάπηρων μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η έννοια της δεν περιορίζεται μόνο στο υλικοτεχνικό πλαίσιο αλλά επεκτείνεται και στις εκπαιδευτικές μεθόδους, την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και στη δημιουργία ενός σχολικού περιβάλλοντος, το οποίο θα καταρρίπτει οποιαδήποτε μορφή αποκλεισμού. Παρόλο αυτά η πραγμάτωση της προσβασιμότητας συχνά συγκρούεται με κάποιους οικονομικούς περιορισμούς και οδηγεί στη δημιουργία ανισοτήτων. Η διαμάχη ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και το δικαίωμα της ισότιμης συμμετοχής στην εκπαίδευση, αποδεικνύει την ανάγκη για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων που στηρίζονται στην αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης και στην προστασία των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.
Επιπροσθέτως, ένα ζήτημα μεγίστης σημασίας αποτελεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων των μαθητών με αναπηρία. Πιο συγκεκριμένα, η περισυλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων πληροφοριών αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την κατάρτιση εξατομικευμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ωστόσο διεγείρονται βιοηθικοί προβληματισμοί αναφορικά με την ιδιωτικότητα, την αυτονομία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Για το λόγο αυτό, η ενταξιακή εκπαίδευση καλείται να εξασφαλίσει την ισορροπία ανάμεσα στο εκπαιδευτικό όφελος και την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων με τη θέσπιση και εφαρμογή ενός αυστηρού θεσμικού πλαισίου, τη δεοντολογική ευσυνειδησία των εκπαιδευτικών και την ενεργό δράση των γονέων.
Ανακεφαλαιώνοντας, η ενταξιακή εκπαίδευση δεν αποτελεί μόνο ένα ζήτημα παιδαγωγικής φύσεως, αντίθετα έχει και ηθικές διαστάσεις και αποτελεί μια δέσμευση της πολιτείας και του εκπαιδευτικού συστήματος να συμπεριφέρεται στον άνθρωπο ως μια μοναδική παρουσία. Για την υλοποίηση της είναι απαραίτητη μια διεπιστημονική προσέγγιση, συνεργατική διάθεση και ευαισθητοποίηση των αρμοδίων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ισότητα και η ισονομία από θεωρητικές αρχές θα μετατραπούν σε παιδευτικές πρακτικές, ενδυναμώνοντας την αυτονομία, τη δικαιοσύνη και την πραγματική συμμετοχική μάθηση.
