Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 27ο

Απρ 30, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 27ο

 

4.8       Ειδικός Βοηθός

 

Ο θεσμός του Ειδικού Βοηθού εμφανίζεται για πρώτη φορά στο θεσμικό πλαίσιο το 2008, με τον Ν. 3699 «Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες». Σ’ αυτόν ορίζεται πως οι μαθητές που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, με βάση τις γνωματεύσεις των ειδικών και την σύμφωνη γνώμη της σχολικής μονάδας, μπορεί να παρέχεται υποστηρικτική βοήθεια από άτομο που ορίζεται από την ίδια την οικογένεια.

Γίνεται λοιπόν αντιληπτό, πως ο θεσμός του Ειδικού Βοηθού εισήχθη στη νομοθεσία ως άμεση σύνδεση του θεσμού της Παράλληλης Στήριξης, καθώς βρισκόταν σε πρώιμο στάδιο. Κομβική αλλαγή στο θεσμό του Ειδικού Βοηθού υλοποιήθηκε με τον Ν. 4186/2013. Με τη νέα ρύθμιση, ο Ειδικός Βοηθός δεν ορίζεται αποκλειστικά για τους μαθητές με αυτισμό, αλλά απευθύνεται σε κάθε μαθητή με οποιαδήποτε μορφή αναπηρίας ή εκπαιδευτικής ανάγκης. Έτσι δίνεται η δυνατότητα στους γονείς για την παροχή υποστηρικτικής βοήθειας προς το παιδί τους.

Ο θεσμός του Ειδικού Βοηθού παρουσιάστηκε ως το δικαίωμα των ανάπηρων μαθητών για εκπαιδευτική υποστήριξη εξαιτίας της αδυναμίας του κράτους. Στην πραγματικότητα, η αδυναμία αυτή τροφοδοτείται από τα προβλήματα του θεσμού της Παράλληλης Στήριξης, καθώς οι εκπαιδευτικοί ως αναπληρωτές δεν τοποθετούνται πάντα στα ίδια σχολεία (Συνήγορος του Πολίτη, 2015), οι προσλήψεις τους γίνονται εκπρόθεσμα, αλλά και αρκετές φορές

«διασκορπίζονται» σε περισσότερους από έναν μαθητές και σε διαφορετικά σχολεία πολλές φορές (Koutsoklenis & Papadimitriou, 2021; Papadimitriou & Koutsoklenis, 2021; Παπαδημητρίου & Κουτσοκλένης, 2020; Συνήγορος του Πολίτη, 2009).

Αναφορικά με τη διαδικασία πρόσληψης του Ειδικού Βοηθού, αυτή καθορίζεται με βάση την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του Ν.3699/2008 (199 Α’), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 18 του άρθρου 28,του Ν. 4186/2013 (ΦΕΚ 193 Α) και με την παράγραφο 3 του άρθρου 11,του Ν. 4452/2017 (17 Α’) χρειάζεται:

          αίτημα του γονέα/κηδεμόνα του μαθητή στη Διεύθυνση της Σχολικής Μονάδας,

          υποβολή βιογραφικού και ποινικού μητρώου του προτεινόμενου ατόμου,

          σύμφωνη γνώμη από τον διευθυντή και το σύλλογο των διδασκόντων.

Εκφράζεται επίσης η άποψη ότι η παιδαγωγική βοήθεια που παρέχει ο Ειδικός Βοηθός υποβιβάζεται σε μια προσπάθεια αρωγής για την κοινωνικοποίηση των μαθητών με αναπηρία και συνεχούς φροντίδας (Κουτσοκλένης και συν., 2022; Μπίστα και συν., 2022) συνθήκη που εμποδίζει την ένταξη των μαθητών (Roberts & Simpson, 2016) επιδρώντας αρνητικά, συμβάλλοντας στον διαχωρισμό των μαθητών και στην εξάρτηση από τους Βοηθούς (Giangreco et al, 1997). Η εκπαιδευτική δράση του ειδικού βοηθού σχετίζεται με την εξατομικευμένη υποστήριξη η οποία παρέχεται χωρίς τη συμμετοχή του δασκάλου της τάξης (Κουτσοκλένης και συν., 2022; Μπίστα και συν., 2022).

Παράλληλα, δεν προβλέπεται κάποιο συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο για την έγκριση της υποστήριξης, η ίδια η σχολική μονάδα ενημερώνει την οικεία διεύθυνση εκπαίδευσης μόλις πληρούνται οι προϋποθέσεις.

Ωστόσο, η παρουσία των Ειδικών Βοηθών στη δημόσια εκπαίδευση αποτελεί ένα είδος ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης, η είσοδος δηλαδή του ιδιωτικού τομέα στη δημόσια εκπαίδευση με την παροχή υπηρεσιών από ιδιώτες (Ball & Youdell, 2011). Πιο συγκεκριμένα, οι διαδικασίες ιδιωτικοποίησης στη δημόσια εκπαίδευση είναι καθοριστικές, καθώς δεν επηρεάζουν μόνο τη δομή και τον τρόπο παροχής της, αλλά μετασχηματίζουν και τον τρόπο που τις βιώνουν οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές. Παράλληλα, αναδιαμορφώνουν τις αντιλήψεις και τις πρακτικές των φορέων χάραξης πολιτικής, των παιδαγωγών, των οικογενειών και της ευρύτερης κοινωνίας γύρω από τη δημόσια εκπαίδευση (Ball & Youdell, 2011, σελ.15).

Ο θεσμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με την υπάρχουσα νομοθεσία, καθώς την αμοιβή του Ειδικού Βοηθού επωμίζονται οι ίδιοι οι γονείς ενώ σύμφωνα με τον Ν.3699/2008: «Η πολιτεία δεσμεύεται να κατοχυρώνει και να αναβαθμίζει διαρκώς τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, ως αναπόσπαστο μέρος της υποχρεωτικής και δωρεάν δημόσιας παιδείας και να μεριμνά για την παροχή δωρεάν δημόσιας ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης στους αναπήρους όλων των ηλικιών και για όλα τα στάδια και τις εκπαιδευτικές βαθμίδες» (Άρθρο 1, Παράγραφος 1, σελ. 3499).

«Η ΕΑΕ, όπως και η γενική εκπαίδευση, είναι υποχρεωτική και λειτουργεί ως αναπόσπαστο τμήμα της ενιαίας δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης» (Άρθρο 2, Παράγραφος 1, σελ. 3499).

Παράλληλα, ο θεσμός αυτός διαμορφώνει μια εκπαίδευση η οποία θεμελιώνεται σε ταξικές αποκλίσεις, καθώς η οικονομική κατάσταση των γονέων είναι καθοριστικός παράγοντας για τη πρόσληψη του Ειδικού Βοηθού και την παροχή της εκπαιδευτικής υποστήριξης στους ανάπηρους μαθητές. Πιο αναλυτικά, σύμφωνα και με τον Συνήγορο του Πολίτη, ο θεσμός του ειδικού βοηθού λειτουργεί ενισχυτικά στην υποστήριξη των μαθητών με αναπηρία. Ωστόσο, δεδομένου ότι μεγάλος αριθμός αιτημάτων της ΠΣ δεν υλοποιείται, η ευθύνη της πολιτείας για ισότιμη εκπαίδευση μετατοπίζεται στις οικογένειες, οι οποίες επωμίζονται το οικονομικό κόστος λόγω της ανεπάρκεια του κράτους. (Συνήγορος του Πολίτη, 2009)..

Συμπερασματικά, ο θεσμός του Ειδικού Βοηθού μαζί με τον θεσμό της Παράλληλης Στήριξης συμβάλλουν στην εκπαιδευτική υποστήριξη των μαθητών με αναπηρία στη γενική τάξη. Ωστόσο, ο Ειδικός Βοηθός, μέσω παροχής υπηρεσιών από ιδιώτη, εδραιώθηκε ως μια μορφή ιδιωτικοποίησης της δημόσιας εκπαίδευσης (Καραγιάννη & Κουτσοκλένης, 2023).

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο