Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 22ο
4.4 Προβλήματα στην εφαρμογή του θεσμού της ΠΣ
Αδιαμφισβήτητα, η συμβολή του θεσμού της παράλληλης στήριξης στην ενταξιακή εκπαίδευση είναι μεγάλη. Ωστόσο, κατά την εφαρμογή του θεσμού εντοπίζονται κάποιες δυσχέρειες. Αρχικά, το σχολικό πρόγραμμα των μαθητών αποτελείται από 30 ώρες. Σε έναν εκπαιδευτικό αναπληρωτή παράλληλης στήριξης αντιστοιχούν 24 ώρες διδασκαλίας. Υπάρχει λοιπόν μια αναντιστοιχία ανάμεσα στις απαιτούμενες ώρες του σχολικού ωραρίου και στις ώρες του αναπληρωτή, ενώ πολλές φορές αναγκάζεται να καλύψει τις ώρες του σε διαφορετικά σχολεία και να προσφέρει την στήριξη του σε περισσότερα παιδιά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, οι μαθητές να μένουν χωρίς βοήθεια για κάποιες ώρες και σε κάποια μαθήματα. Σύμφωνα με τον Συνήγορο του πολίτη «η μερική παροχή παράλληλης στήριξης σε μαθητές που χρήζουν εξατομικευμένης υποστήριξης καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού ωραρίου συχνά δημιουργεί σοβαρά ή και ανυπέρβλητα εμπόδια στην επίτευξη της σχολικής τους ένταξης, φοίτησης και προόδου, αλλά και στην εκπαιδευτική διαδικασία συνολικά, λόγω διαταρακτικής συμπεριφοράς τους ή άλλων προβλημάτων κατά τις υπόλοιπες διδακτικές ώρες» (2015, σελ.12).
Ένας άλλος προβληματισμός, που προκύπτει στην δράση της παράλληλης στήριξης είναι η περιορισμένη ή και η ανύπαρκτη κάποιες φορές εμπειρία των εκπαιδευτικών, καθώς κατά το σχολικό έτος 2018-2019 σχεδόν 6 στους 10 εκπαιδευτικούς δεν είχαν καμία εμπειρία (Koutsoklenis & Papadimitriou, 2021). Η έλλειψη εμπειρίας δεν θα αποτελούσε ιδιαίτερο πρόβλημα αν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα προετοίμαζαν επαρκώς και ολοκληρωμένα τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς στις Σπουδές για την Αναπηρία (Koutsoklenis & Papadimitriou, 2021).
Επιπροσθέτως, μια άλλη δυσχέρεια του θεσμού είναι η καθυστερημένη πρόσληψη των εκπαιδευτικών Παράλληλης Στήριξης. Αυτό αποτελεί συνέπεια μιας μη λειτουργικής διαδικασίας, που πολλές φορές είναι γραφειοκρατική και χρονοβόρα (Levin & Quinn, 2003). Όπως προαναφέρθηκε, η πρόσληψη των εκπαιδευτικών γίνεται μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ, το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με άλλες περικοπές κονδυλίων και βραδυκίνητες πολιτικές κινήσεις, ενισχύει το φαινόμενο της εκπρόθεσμης πρόσληψης (Levin & Quinn, 2003; Παπαδημητρίου & Κουτσοκλένης, 2020; Papay & Kraft, 2016). Αυτή η καθυστέρηση έχει επιπτώσεις και στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, καθώς η γρήγορη και βιαστική τοποθέτηση τους, δεν τους αφήνει χρονικό περιθώριο προετοιμασίας και προσαρμογής στο νέο σχολικό περιβάλλον (Papay & Kraft, 2016). Ωστόσο, αντίκτυπο έχει και στις επιδόσεις των μαθητών, δημιουργώντας μια ανισότητα ανάμεσα σ’ αυτούς που είχαν τη στήριξη του εκπαιδευτικού από την αρχή της χρονιάς και σ΄ αυτούς που έλαβαν βοήθεια κατά την διάρκεια της χρονιάς, καθώς έχουν ήδη δημιουργηθεί μαθησιακά κενά. Έτσι, γίνεται ένας διαχωρισμός μεταξύ προνομιούχων και μη μαθητών (Papadimitriou & Koutsoklenis, 2021). Αυτή η κατάσταση δυστυχώς αρκετές φορές οδηγεί τους γονείς, σύμφωνα και με τον Ν.4186/2013 παράγραφος 18 του άρθρου 28, στην πρόσληψη Ειδικού Βοηθού, για την παροχή πρόσθετης βοήθειας στον μαθητή με αναπηρία, με δική τους οικονομική επιβάρυνση.
Τέλος, διαπιστώνεται μια μεγάλη απόκλιση σχετικά με τον αριθμό των προσλήψεων μεταξύ της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Παπαδημητρίου & Κουτσοκλένης, 2020). Κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση οι μαθητές με αναπηρία ή/και ΕΕΑ έχουν αυξημένες και διαφοροποιημένες ανάγκες υποστήριξης, καθώς απαιτείται η συνδρομή φιλολόγου Παράλληλης Στήριξης για τα θεωρητικά μαθήματα, αλλά και εκπαιδευτικού Παράλληλης Στήριξης θετικών επιστημών για τα μαθηματικά και τα συναφή γνωστικά αντικείμενα. Συνεπώς, με βάση τη φιλοσοφία και το οργανωτικό πλαίσιο του θεσμού, που εδράζεται στην αρχή της εξατομικευμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης, ο ενδεδειγμένος λόγος στελέχωσης στη βαθμίδα αυτή θα όφειλε να αντιστοιχεί σε δύο εκπαιδευτικούς Παράλληλης Στήριξης ανά μαθητή με αναπηρία ή/και ΕΕΑ (Παπαδημητρίου & Κουτσοκλένης, 2020, σελ 113).
