Από τον Αποκλεισμό στην Ένταξη: Εκπαίδευση, Αναπηρία και Βιοηθική στον 21ο αιώνα – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ της ΦΩΚΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. ΒΙΟΗΘΙΚΗΣ – Μέρος 7ο
1.2.3 Βιο – ψυχοκοινωνικό μοντέλο
Το βιο – ψυχοκοινωνικό μοντέλο δημιουργήθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) και παρουσιάζεται στο κείμενο με τίτλο «International Classification of Functioning, Disability and Health» (ICF). Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η αναπηρία και η λειτουργικότητα αποτελούν απόρροια της αλληλεπίδρασης κάποιων καταστάσεων υγείας (ασθένειες, διαταραχές, τραύματα). Η αναπηρία παρουσιάζεται ως μια πολυδιάστατη έννοια η οποία προέρχεται από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα χαρακτηριστικά ενός ατόμου και στα στοιχεία του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο ζει. Στο πλαίσιο, η βλάβη συνδέεται με την αναπηρία, καθώς η τελευταία ορίζεται ως μια κατάσταση που προκύπτει όταν η βλάβη περιορίζει τη δραστηριότητα και τη συμμετοχή του ατόμου.
Έτσι, η αναπηρία αναλύεται σε τρεις βασικές παραμέτρους: τη βλάβη, τους περιορισμούς στη δραστηριότητα και τους περιορισμούς στη συμμετοχή. Η βλάβη αφορά τη σωματική δυσλειτουργία, ο περιορισμός στη δραστηριότητα σχετίζεται με τη δυσκολία του ατόμου να εκτελέσει μια δραστηριότητα, ενώ ο περιορισμός στη συμμετοχή συνδέεται με την αδυναμία εμπλοκής του ατόμου σε διάφορες καταστάσεις της καθημερινότητας (Bickenbach, 2012; Καραγιάννη & Κουτσοκλένης 2023; WHO, 2001, 2002, 2010).
Το ICF βασίστηκε στη σύνδεση του ιατρικού και κοινωνικού μοντέλου διαμορφώνοντας μια «βιο – ψυχοκοινωνική» προσέγγιση (Παπακωνσταντίνου, 2019; WHO, 2001). Στο πλαίσιο αυτό, υιοθετείται μια πιο ολιστική προσέγγιση από την πλευρά του ιατρού και δημιουργείται μια ισότιμη σχέση με τον ασθενή με σκοπό την προαγωγή της υγείας. Ωστόσο, τα μειονεκτήματα του συγκεκριμένου μοντέλου εντοπίζονται στην απουσία μιας ενιαίας πρότασης για τη σύσταση και την οργάνωση του, στην πολυπλοκότητα του, στη δυσκολία αξιολόγησης, στον καταμερισμό των ευθυνών, καθώς και στην πολυδιάστατη εκπαίδευση των θεραπευτών (Παπαδημητρίου, 2017). Το μοντέλο αυτό έχει μεταφερθεί και στον χώρο της εκπαίδευσης, ωστόσο δεν έχει θεμελιωθεί σε μεγάλο βαθμό για να ενισχύσει την ενταξιακή εκπαίδευση, καθώς δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ατομική βλάβη και όχι τα κοινωνικά εμπόδια (Cooper, 2008).
