Ο ρόλος του φύλου στη διαμόρφωση των οικονομικών απολαβών των ατόμων με αναπηρία – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Ειρήνης Κολόκουσα – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 25ο
4.2 Συμπεράσματα της έρευνας
Η παρούσα εργασία κωδικοποίησε και συνέθεσε τη διεθνή βιβλιογραφία με στόχο την τεκμηριωμένη απάντηση στα ερευνητικά ερωτήματα του πρώτου κεφαλαίου σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το φύλο διαμορφώνει τις οικονομικές απολαβές των ατόμων με αναπηρία. Η συνολική εικόνα αναδεικνύει μια σταθερή συσχέτιση της αναπηρίας με υστερήσεις αποδοχών, ενώ ταυτόχρονα καταγράφει ότι η ένταση, η μορφή και η χρονική επιμονή αυτών των υστερήσεων καθορίζονται από το έμφυλο πλαίσιο οργάνωσης της εργασίας. Η αναπηρία αποκτά μισθολογικό αποτύπωμα μέσα σε αγορές εργασίας όπου η κατανομή επαγγελμάτων, οι πρακτικές αξιολόγησης, οι διαδρομές προαγωγής και η πρόσβαση σε θέσεις υψηλής αμοιβής φέρουν ήδη έμφυλα χαρακτηριστικά, στοιχείο που εξηγεί την ιδιαίτερα ευάλωτη θέση των γυναικών με αναπηρία (Ballo, 2023· Jones, 2024).
Ως προς το πρώτο ερώτημα, η βιβλιογραφία συγκλίνει ότι οι γυναίκες με αναπηρία τοποθετούνται συστηματικά χαμηλότερα στην εισοδηματική ιεραρχία σε σχέση με τους άνδρες με αναπηρία. Η διαπίστωση αυτή συνδέεται με μια διατομεακή επιβάρυνση που υπερβαίνει την παράλληλη παρουσία φύλου και αναπηρίας και εμφανίζει ισχυρότερη ένταση στα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια, όπου συνυπάρχουν επισφάλεια, μειωμένη διαπραγματευτική ισχύς και αυξημένη έκθεση σε στερεοτυπικές αξιολογήσεις (Santacreu Vasut & Wu, 2025). Συμπληρωματικά, ευρήματα από ειδικούς πληθυσμούς αναπηρίας, όπως τα άτομα με προβλήματα όρασης, δείχνουν ότι οι αποκλίσεις στις αποδοχές εμφανίζονται τόσο στις ωριαίες όσο και στις ετήσιες αμοιβές, γεγονός που αναδεικνύει τον ρόλο των ωρών εργασίας, της συνέχειας της απασχόλησης και της εργασιακής σταθερότητας ως πρόσθετων μηχανισμών παραγωγής ανισότητας (McDonnall et al., 2022). Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα αποκτά έτσι σαφή χαρακτήρα, με τις έμφυλες διαφοροποιήσεις να συνιστούν βασικό παράγοντα ιεράρχησης των απολαβών εντός του πληθυσμού των ατόμων με αναπηρία.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, δηλαδή τη σύγκριση γυναικών με αναπηρία και γυναικών χωρίς αναπηρία, η σύνθεση δείχνει επίμονη απόκλιση απολαβών που συνδέεται με διαφορές πρόσβασης, επαγγελματικής τοποθέτησης και ενδοεταιρικής εξέλιξης. Η ερμηνεία αυτού του ευρήματος ενισχύεται από προσεγγίσεις που κατανέμουν το χάσμα σε τμήμα που σχετίζεται με εφόδια και σε τμήμα που σχετίζεται με άνιση αποτίμηση, με την τελευταία διάσταση να αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για ευάλωτες υποομάδες, όπως αυτές με χαμηλή εκπαίδευση και αγροτική κατοικία (Liao et al., 2024). Παράλληλα, η ανάλυση ευκαιριών απασχόλησης σε πολλές χώρες αναδεικνύει ότι η ανισότητα ξεκινά από το επίπεδο της πιθανότητας ένταξης στην εργασία, στοιχείο που προδιαγράφει την τελική μισθολογική διαστρωμάτωση και επηρεάζει εντονότερα τις γυναίκες με αναπηρία (Pinilla Roncancio & Gallardo, 2022). Έτσι, το δεύτερο ερώτημα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αναπηρία λειτουργεί ως παράγοντας διεύρυνσης του έμφυλου μισθολογικού χάσματος μέσω πολλαπλών μηχανισμών που αφορούν την πρόσβαση σε ποιοτική εργασία, τη σταθερότητα και τις ευκαιρίες εξέλιξης.
Το τρίτο ερώτημα αφορά τον τρόπο αλληλεπίδρασης φύλου και αναπηρίας και απαντάται μέσα από ένα σύνολο αλληλοενισχυόμενων μηχανισμών. Ο πρώτος μηχανισμός αφορά την πρόσβαση σε ευκαιρίες σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής. Η αναπηρία συνδέεται με εκπαιδευτικό αποκλεισμό, χαμηλότερη σχολική εξέλιξη και μειωμένες πιθανότητες απασχόλησης, με ισχυρότερες κυρώσεις για τα κορίτσια, γεγονός που μεταφέρεται αθροιστικά στις απολαβές μέσω περιορισμένου ανθρώπινου κεφαλαίου και μικρότερης διάρκειας σταδιοδρομίας (Acharya & Yang, 2022). Δεύτερος μηχανισμός αναδεικνύεται η επαγγελματική τοποθέτηση και η ποιότητα της εργασίας. Η συγκέντρωση σε μερική ή μη τυπική εργασία λειτουργεί ως οδός προσαρμογής σε λειτουργικούς περιορισμούς, ενώ ταυτόχρονα συνδέεται με χαμηλότερες αμοιβές και ασθενέστερες προοπτικές εξέλιξης, άρα μετατρέπεται σε δομικό κανάλι μισθολογικής υστέρησης (Schur, 2003). Η εικόνα συμπληρώνεται από ευρήματα που δείχνουν αυξημένη έκθεση σε μειωμένα ωράρια ή απουσίες σε περιόδους κρίσεων, άρα η ευαλωτότητα συνδέεται με τον διαχωρισμό σε τομείς χαμηλότερης σταθερότητας και με μορφές εργασίας που παράγουν εισοδηματική αστάθεια (Bryan et al., 2022). Τρίτος μηχανισμός αφορά την ενδοεταιρική εξέλιξη και την κατανεμητική διάσταση της ανισότητας. Η ύπαρξη γυάλινης οροφής στον ιδιωτικό τομέα, με ισχυρότερη ένταση στα ανώτερα κλιμάκαι μισθών, δείχνει ότι οι αποκλίσεις ενισχύονται με την άνοδο στην εισοδηματική κλίμακα, στοιχείο που συνδέεται με πρακτικές προαγωγών, ανάθεσης ευθύνης και πρόσβασης σε ρόλους υψηλής αμοιβής (Jones, 2024). Η συζήτηση της ενδοεταιρικής διάστασης εναρμονίζεται με την ευρύτερη βιβλιογραφία για το χάσμα φύλου, όπου κρίσιμο ρόλο κατέχουν οι δυναμικές σταδιοδρομίας εντός επιχειρήσεων, οι αυξήσεις και οι προαγωγές, καθώς και η κινητικότητα προς επιχειρήσεις υψηλότερων ασφαλίστρων μισθών, με τις γυναίκες να εμφανίζουν μειονεκτήματα τόσο στην πρόσβαση όσο και στην απόδοση αυτών των ασφαλίστρων (Card et al., 2016· Goldin et al., 2017· Barth et al., 2021).
Η έρευνα αναδεικνύει επίσης δύο κρίσιμες διαστάσεις που ενισχύουν την ερμηνεία των ευρημάτων. Πρώτον, η χρονικότητα της αναπηρίας. Διαχρονικές αναλύσεις δείχνουν ότι η έναρξη αναπηρίας συνδέεται με μακροχρόνιες απώλειες μισθών και απασχόλησης, με μετακινήσεις σε λιγότερο απαιτητικές θέσεις, αύξηση ημερών εκτός απασχόλησης και εντονότερες επιπτώσεις σε χαμηλή ειδίκευση και μεγαλύτερη ηλικία, γεγονός που προσδίδει σωρευτικό χαρακτήρα στην ανισότητα (Collischon et al., 2025· Dickson et al., 2026). Συναφώς, η έναρξη απώλειας ακοής συνδέεται με επίμονες μειώσεις εισοδήματος που παραμένουν ορατές σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, με μεγαλύτερες απώλειες σε κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούσες ομάδες, άρα η διατομεακή ανισότητα αποκτά έντονη διάσταση κοινωνικής διαστρωμάτωσης (Alam et al., 2026). Δεύτερον, η θεσμική και μετρητική διάσταση. Η αξιολόγηση πολιτικών και τάσεων εξαρτάται από τον ορισμό και τη μέτρηση της αναπηρίας, καθώς εναλλακτικά μέτρα οδηγούν σε διαφορετικές εκτιμήσεις για την απασχόληση και την επίδραση θεσμικών πλαισίων, άρα η εγκυρότητα μέτρησης καθίσταται θεμελιακή προϋπόθεση αξιόπιστων συμπερασμάτων (Kruse & Schur, 2003). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συγκριτική προσέγγιση υποστηρίζει ότι ευρύτεροι προστατευτικοί θεσμοί αγοράς εργασίας, όπως αυστηρότερη προστασία απασχόλησης, συνδέονται με μικρότερα χάσματα απασχόλησης, στοιχείο που ενισχύει μια οπτική κοινωνικής επένδυσης και μεταφέρει το βάρος από μεμονωμένα μέτρα σε συνολικά καθεστώτα εργασιακής προστασίας (van der Zwan & de Beer, 2021).
Συνολικά, τα συμπεράσματα της έρευνας καταλήγουν ότι οι οικονομικές απολαβές των ατόμων με αναπηρία καθορίζονται από ένα σύστημα εργασίας που οργανώνεται μέσα από θεσμούς, επιχειρησιακές πρακτικές και έμφυλες ιεραρχίες. Η εκπαίδευση, οι δεξιότητες και η εμπειρία λειτουργούν ως σημαντικά εφόδια, ενώ η μετατροπή τους σε αμοιβές εξαρτάται από την πρόσβαση σε ποιοτικές θέσεις, την αποφυγή εγκλωβισμού σε επισφαλείς μορφές εργασίας, την παροχή εύλογων προσαρμογών και την ύπαρξη δίκαιων διαδικασιών πρόσληψης, αξιολόγησης και εξέλιξης. Έτσι, η κεντρική απάντηση στο βασικό ερώτημα της εργασίας συνοψίζεται ως εξής. Το φύλο ενισχύει την εισοδηματική επίδραση της αναπηρίας μέσω μηχανισμών πρόσβασης, επαγγελματικής τοποθέτησης και ενδοεταιρικής εξέλιξης, με αποτέλεσμα οι γυναίκες με αναπηρία να εμφανίζουν συστηματικά υψηλότερη έκθεση σε χαμηλότερες απολαβές και σε διαδρομές μειωμένης εισοδηματικής ασφάλειας σε όλο το φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας.
