Δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαρκλέση Ναταλίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 7ο

Μαρ 9, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαρκλέση Ναταλίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 7ο

 

1.5.      Τομείς μετάβασης σύμφωνα με το Transition Planning Inventory−Second Edition (TPI-2)

 

Για τα άτομα με αναπηρία η περίοδος μετά το λύκειο σηματοδοτεί την έναρξη μιας περιόδου μοναξιάς και αβεβαιότητας κατά την οποία ο νέος με αναπηρία έχει κοινωνικές συναναστροφές σχεδόν αποκλειστικά με την οικογένεια του (Foley, et al., 2012). Κατά τον σχεδιασμό της μετάβασης οι νέοι με αναπηρία συχνά χαρακτηρίζουν ακατάλληλους τους στόχους του σχεδιασμού, αναποτελεσματική την επαφή μεταξύ των άμεσα ενδιαφερόμενων και ανεπαρκή τη συμμετοχή τους (Snell-Rood et al., 2020). Το Transition Planning Inventory−Second Edition (TPI-2) είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τον σχεδιασμό της μετάβασης το οποίο δεν στηρίζεται απλώς σε θεωρίες αλλά στις πραγματικές ανάγκες των ατόμων με αναπηρία καθώς ένα εκ των τεσσάρων ερωτηματολογίων από τα οποία αποτελείται, συμπληρώνεται εξολοκλήρου από τους μαθητές με αναπηρία (Kohler, 1998·Massa-Carroll, 2016).

Σύμφωνα με τους δημιουργούς του εργαλείου Patton και Clark, το TPI-2 συμβάλλει στον εντοπισμό των ικανοτήτων αλλά και των αδυναμιών των μαθητών με αναπηρία σε τρεις κύριους για τη μετάβαση τομείς: α) την εργασία, β) τη μάθηση και γ) τη διαβίωση όπου κάθε τομέας έχει και τις αντίστοιχες υποκατηγορίες (Kochhlar- Bryant, 2009). Μέσα από τον εντοπισμό των ικανοτήτων και των αδυναμιών του μαθητή δημιουργείται μια σαφής εικόνα των αναγκών του με σκοπό αυτές οι ανάγκες να μετατραπούν σε στόχους του Εξατομικευμένου Εκπαιδευτικού τους Προγράμματος (ΕΕΠ) ώστε να καταφέρει να μεταβεί σε ένα μεταδευτεροβάθμιο περιβάλλον και να διεκδικήσει μια υψηλής ποιότητας ζωή (Kochhlar-Bryant et al., 2009· Massa-Carol, 2016).

Ο τομέας της εργασίας περιλαμβάνει: 1) την επιλογή και τον σχεδιασμό καριέρας και 2) τις γνώσεις και τις δεξιότητες απασχόλησης. Οι δυο αυτές υποκατηγορίες αναφέρονται στην ικανότητα του μαθητή να κατονομάζει τα επαγγέλματα που τον ελκύουν και συνάδουν με τα ενδιαφέροντα του, τη γνώση της διαδικασίας απόκτησης/ αλλαγής θέσης εργασίας καθώς και τις αντιλήψεις που βοηθούν στην διατήρηση της θέσης (Patton & Clark, 1997). Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως η εργασιακή απασχόληση ποικίλει οφελών όπως η βελτίωση της σωματικής, κοινωνικής, ψυχολογικής αλλά και οικονομικής ευημερίας. Ωστόσο τα άτομα με αναπηρία δεν βιώνουν αυτά τα οφέλη καθώς δεν εντάσσονται εύκολα στο εργατικό δυναμικό μιας επιχείρησης παρουσιάζοντας σταθερά χαμηλά ποσοστά εργασιακής απασχόλησης (Lindsay et al., 2011).

Τα μεγαλύτερα ποσοστά εργασιακής απασχόλησης φαίνεται να έχουν τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες (70.8%) ή διαταραχές ομιλίας (65,4%) συγκριτικά με τα άτομα με νοητική υστέρηση (37%), οπτική αναπηρία (29,4%), κινητική αναπηρία (21,7%) και πολλαπλές αναπηρίες (16,7%) (Wagner & Blackorby, 1996). Επομένως, στα πλαίσια του σχολικού προγράμματος, όλοι οι μαθητές ανεξαρτήτως αναπηρίας, πρέπει να έχουν την ευκαιρία να επιλέξουν μόνοι τους την εργασιακή πορεία που θα ακολουθήσουν παρακολουθώντας ομιλίες επαγγελματιών από ποικίλα επαγγελματικά περιβάλλοντα και να συμμετέχουν έστω σε εποχιακά εργασιακά περιβάλλοντα κατά τη διάρκεια του λυκείου προκειμένου να αποκτήσουν την εργασιακή εμπειρία και τις εργασιακές δεξιότητες που απαιτούνται ώστε να μην έχουν περιορισμένες φιλοδοξίες στο μέλλον (Lindsay et al., 2011·Lindstrom & Beno, 2020).

Σύμφωνα με τους Patton & Clark (1997) ο τομέας της μάθησης περιλαμβάνει:

1) την περαιτέρω εκπαίδευση και επιμόρφωση των ατόμων με αναπηρίες, 2) τη λειτουργική επικοινωνία και 3) τον αυτοπροσδιορισμό. Η πρώτη υποκατηγορία αναφέρεται στις γνώσεις ενός μαθητή σχετικά με τον τρόπο εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, τις δεξιότητες οργάνωσης της μελέτης και τη λήψη βοήθειας στο πανεπιστήμιο. Στην υποκατηγορία της λειτουργικής επικοινωνίας εξετάζεται κατά πόσο οι μαθητές κατέχουν τις απαιτούμενες δεξιότητες ομιλίας και ακρόασης οποιασδήποτε μορφής, απτική, νοηματική, τεχνολογικά υποστηριζόμενη (Patton & Clark, 1997). Αναφορικά με τον αυτοπροσδιορισμό, αποτελεί θεμέλιο για ένα βέλτιστο αποτέλεσμα στην μετάβαση των ατόμων με αναπηρία. Τα άτομα με αναπηρία που έχουν αναπτυγμένες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού οι οποίες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν την αναγνώριση των δυνατοτήτων και των αδυναμιών του ατόμου αλλά και των ενδιαφερόντων του, την λήψη αποφάσεων, την επίλυση προβλημάτων και την αυτοσυνηγορία είναι πιθανότερο να έχουν θετικά αποτελέσματα στην ποιότητα ζωής (Patton & Clark, 1997·Wehmeyer et al., 2009· Foley, et al., 2012). Επιπλέον, μαθητές με αναπηρίες με ενισχυμένες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού παρουσιάζουν υψηλότερες ακαδημαϊκές επιδόσεις ιδίως αν γίνουν μέρος του ΕΕΠ τους (Yang,2020).

Τέλος, ο τομέας της διαβίωσης περιλαμβάνει: 1) την ανεξάρτητη διαβίωση, 2) την προσωπική διαχείριση χρημάτων, 3) την εμπλοκή στην κοινότητα, 4) τις δραστηριότητες ψυχαγωγίας στον ελεύθερο χρόνο, 5) την υγεία και 6) τις διαπροσωπικές σχέσεις (Patton & Clark, 1997· Rehfeldt et al., 2010). Η ανεξάρτητη διαβίωση αφορά την ζωή του νέου με αναπηρία μακριά από τη φροντίδα των γονέων του και αποτελεί βασικό του στόχο, για αυτό το λόγο ο νέος πρέπει να γνωρίζει τον τρόπο εύρεσης κατοικίας και συντήρησης της και φυσικά να μπορεί να αποφύγει καταστάσεις που είναι πιθανό να αποβούν επιζήμιες για τον ίδιο (Patton & Clark, 1997· Hendey & Pascall, 2001). Όσον αφορά την οικονομική διαχείριση εξετάζεται η γνώση υπολογισμού των εξόδων, η χρήση του προσωπικού τραπεζικού λογαριασμού και η ικανότητα αγοράς των επιθυμητών αγαθών (Patton & Clark, 1997). Ωστόσο οι νέοι με αναπηρία συχνά είναι χαμηλά αμειβόμενοι με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συνδυάσουν την οικονομική ανεξαρτησία μακριά από το σπίτι των γονιών του (Hendey & Pascall, 2001).

Στην υποκατηγορία που αφορά την εμπλοκή στην κοινότητα περιλαμβάνονται η γνώση μεθόδων για λήψη βοήθειας από κρατικά προγράμματα και επιδόματα, η σχέση με τον νόμο, η γνώση μεθόδων μετακίνησης και οι τρόποι απόκτησης διπλώματος οδήγησης (Patton & Clark, 1997). Οι δραστηριότητες ψυχαγωγίας κατά τον ελεύθερο χρόνο του νέου με αναπηρία έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ευημερία του και αφορούν την αναγνώριση των προτιμήσεων του στον τομέα της διασκέδασης, τη συμμετοχή του σε δραστηριότητες που διοργανώνονται είτε σε εσωτερικό είτε σε εξωτερικό χώρο καθώς και η ποικιλία σε μέρη και τρόπους διασκέδασης (Carter et al., 2012·Patton & Clark, 1997). Όσον αφορά την υγεία, εξετάζεται κατά πόσο ο νέος είναι σωματικά, συναισθηματικά και νοητικά υγιής, αν είναι σε θέση να φροντίσει τον εαυτό του εάν προκύψουν προβλήματα υγείας και αν είναι ενημερωμένος για την σωστή σεξουαλική συμπεριφορά (Patton & Clark, 1997). Τέλος, οι διαπροσωπικές σχέσεις εξετάζονται στο πλαίσιο της επίδειξης κατάλληλης κοινωνικής συμπεριφοράς σε διαφορετικά περιβάλλοντα με άτομα που βρίσκονται εντός ή εκτός της οικογένειας, της ικανότητας διατήρησης φιλικών σχέσεων σε ποικίλα περιβάλλοντα καθώς και της διαχείρισης δημόσιων συγκρούσεων (Carter et al., 2012·Patton & Clark, 1997). Φαίνεται λοιπόν πως το TPI-2 αξιολογεί ένα μεγάλο εύρος γνώσεων, δεξιοτήτων, δυνατοτήτων και αδυναμιών του νέου με αναπηρία που έχουν σχέση με τη μετάβαση με σκοπό τον κατάλληλο σχεδιασμό της με στόχους κατάλληλους για κάθε μαθητή ξεχωριστά και σύμφωνα με τα ενδιαφέροντά του για την απόκτηση μιας υψηλής ποιότητας ζωή χωρίς περιορισμούς (Rehfeldt, et al., 2010).

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο