Δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαρκλέση Ναταλίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 3ο

Μαρ 6, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δεξιότητες μετάβασης των ατόμων με αναπηρία – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Μπαρκλέση Ναταλίας – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 3ο

 

1ο Κεφάλαιο: Θεωρητική θεμελίωση της έρευνας – Ανασκόπηση βιβλιογραφίας

 

1.1.      Εννοιολογική αποσαφήνιση της μετάβασης

 

Με τον όρο μετάβαση αναφερόμαστε στην χρονική περίοδο κατά την οποία ο άνθρωπος αφήνει μια κατάσταση και μεταβαίνει σε μια άλλη (Wehman et al., 2020). Η μετάβαση, κατά τους Patton και Kim (2016), δηλώνει την αλλαγή και αφορά όλο τον ανθρώπινο πληθυσμό καθώς όλοι έχουμε περάσει από τα στάδια της μετάβασης. Κατά τη διάρκεια των σχολικών χρόνων οι μαθητές καλούνται να αλλάξουν αίθουσες διδασκαλίας όταν αυτό είναι απαραίτητο, να μεταβούν (μέσα στην τάξη) από τη μια εργασία-δραστηριότητα στην επόμενη καθώς και να αλλάξουν βαθμίδα εκπαίδευσης, παραδείγματος χάριν από την πρωτοβάθμια θα μεταβούν στη δευτεροβάθμια και έπειτα στην μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έτσι, σύμφωνα με τον McLeod (1999), δημιουργείται μια «γέφυρα» που ενώνει τη μια κατάσταση της ζωής μας με μια άλλη.

Η μετάβαση του ανθρώπου από την έφηβη ζωή στην ενήλικη είναι μια δύσκολη περίοδος γεμάτη προκλήσεις (Punch & Duncan, 2020·Westbrook et al., 2014). Ως ενήλικες καλούμαστε να αναλάβουμε ορισμένες αποφάσεις και ευθύνες όπως, η είσοδος μας στην μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, η αναζήτηση εργασίας, η διαμονή σε δικό μας σπίτι και η συντήρηση του, η δημιουργία οικογένειας καθώς και η συμμετοχή μας στην κοινωνία (Aasve, et al., 2006·Chronopoulou, 2024). Οι Fabian και Dunlop (2005) θωρούν τη μετάβαση «πρόκληση» και μάλιστα άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τρόπο και το πλαίσιο διδασκαλίας, τον χώρο και τον χρόνο. Στα πλαίσια της διδασκαλίας είναι απαραίτητο να αναπτύσσεται ένα σύνολο δραστηριοτήτων προσαρμοσμένο στις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις δυνατότητες του εκάστοτε μαθητή (Madaus & Shaw, 2006). Το σύνολο αυτών των δραστηριοτήτων οφείλει να στοχεύει στην ενίσχυση τόσο των ακαδημαϊκών όσο και των λειτουργικών δεξιοτήτων των ατόμων με αναπηρία με σκοπό να κάνει πιο εύκολη την μετάβαση τους από τις σχολικές μονάδες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη μεταδευτεροβάθμια. (Wehman, 2013).

Η χρονική περίοδος της μετάβασης αποτελεί μια περίοδο που συχνά φαντάζει ατέρμονη για τα άτομα με αναπηρίες τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν πολλαπλές και ιδιαίτερα αγχωτικές αλλαγές. Ορισμένες φορές η μετάβαση στην ενήλικη ζωή για τα άτομα με αναπηρία καθίσταται σχεδόν ανέφικτη (Floyd, 2009). Τα άτομα με αναπηρία έρχονται αντιμέτωπα με την κατάκτηση νέων δεξιοτήτων και εμπειριών. Εκτός από τους λειτουργικούς περιορισμούς που συχνά παρουσιάζουν και θα τους ακολουθούν σε όλη την ενήλικη ζωή τους (Punch & Duncan, 2020·Westbrook et al., 2014) η προετοιμασία τους για την ενήλικη ζωή διαφέρει από εκείνη των συνομηλίκων τους χωρίς αναπηρίες (Chronopoulou, 2024). Η διαδικασία της μετάβασης φέρνει στην επιφάνεια συναισθήματα αβεβαιότητας με αποτέλεσμα να δημιουργείται έντονο άγχος, ενθουσιασμός αλλά και το αίσθημα της πρόκλησης (Dee, 2006).

Η συνεχής και έντονη εξάρτηση των ατόμων με αναπηρία από την ασφάλεια του οικογενειακού τους περιβάλλοντος αλλά και των γονέων από τα παιδιά τους με αναπηρίες όπως επίσης και τα ελλείμματα που παρουσιάζουν στους τομείς των γνωστικών και κοινωνικών δεξιοτήτων αλλά και των δεξιοτήτων αυτονομίας και ανεξάρτητης διαβίωσης αποτελούν τροχοπέδη για την μετάβαση τους στην ενήλικη ζωή (Floyd, 2009). Σύμφωνα με τη Geenen και τους συνεργάτες της (2005), τα άτομα με αναπηρία έχουν δυο φορές περισσότερες πιθανότητες να μείνουν άνεργα, να διακόψουν τη σχολική τους φοίτηση και να ζήσουν στη φτώχεια συγκριτικά με συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρίες. Αποτέλεσμα αυτού είναι το αίσθημα της απογοήτευσης και η αποθάρρυνση.

Την ίδια άποψη έρχονται να επιβεβαιώσουν η Engelbrecht και οι συνεργάτες της το 2017, σύμφωνα με τους οποίους τα άτομα με αναπηρίες κατά τη μετάβαση τους στην αγορά εργασίας, έρχονται αντιμέτωπα με την υποαπασχόληση και ενίοτε με την ανεργία με αποτέλεσμα να έχουν χαμηλό έως μηδαμινό εισόδημα σε σχέση με συνομηλίκους τους χωρίς αναπηρίες. Επομένως, η ανάπτυξη ενός εξατομικευμένου σχεδίου μετάβασης και η κατάκτηση των απαραίτητων δεξιοτήτων μετάβασης κρίνεται απαραίτητη για την ομαλή και ισόνομη ένταξη των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνία.

 

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο