«Προαπαιτούμενες δεξιότητες για την ενίσχυση του αυτοπροσδιορισμού σε παιδιά προσχολικής ηλικίας με αναπηρίες: μία διερευνητική μελέτη των πρακτικών των γονέων» – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Λέδιας Λιτσένη – ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, Π.Μ.Σ. «Ειδική αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 2ο
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Υποστηρίζεται συχνά ότι ο αυτοπροσδιορισμός συνδέεται θετικά με την κοινωνικοσυναισθηματική, ακαδημαϊκή και γνωστική ανάπτυξη των παιδιών με αναπηρία και στην ενήλικη ζωή με την επιτυχημένη εργασιακή απασχόληση και την ενεργή συμμετοχή στην κοινότητα (Shogren et al., 2025∙ Shogren, Wehmeyer, Palmer, Rifenbark & Little, 2015). Διάφοροι ορισμοί έχουν προταθεί για την έννοια του αυτοπροσδιορισμού. Ο επικρατέστερος εξ’ αυτών αναφέρεται σε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του ατόμου, το οποίο τον ενθαρρύνει στο να είναι ο αιτιολογικός παράγοντας στη ζωή του, δηλαδή, στο να θέτει στόχους και να επιλέγει με βάση τις επιθυμίες και τα ενδιαφέροντά του, χωρίς να επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες (Wehmeyer, 2020). Η ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού, θεμελιώνεται από τη νηπιακή ηλικία με την αρωγή γονέων και εκπαιδευτικών, με πρωταρχικό πλαίσιο την οικογένεια. Υπάρχει ένα αναδυόμενο ενδιαφέρον στη διεθνή έρευνα για την πρώιμη ανάπτυξη του αυτοπροσδιορισμού, ωστόσο, περιορισμένες παραμένουν οι έρευνες οι οποίες μελετούν τις πρακτικές των γονέων για την ανάπτυξή του σε παιδιά με αναπηρία (Meral et al., 2023). Από την άλλη, στον ελλαδικό χώρο δεν έχει εντοπιστεί μέχρι τώρα καμία συναφή έρευνα. Εκτός αυτού, η έννοια του αυτοπροσδιορισμού στην Ελλάδα παραμένει σε εμβρυικό στάδιο, όπως αποτυπώνεται και από την απουσία συμπερίληψής του στα αναλυτικά προγράμματα της εκπαίδευσης της Ειδικής Αγωγής (Καρτασίδου, 2015). Από τα προαναφερθέντα επιβεβαιώνεται η επιτακτικότατα της διερεύνησης του θέματος στην Ελλάδα.
Συνεπώς, συνεκτιμώντας την αναγκαιότητα της καλλιέργειας του αυτοπροσδιορισμού από μικρή ηλικία και την έλλειψη συναφών ερευνών στην Ελλάδα, οδηγηθήκαμε στην υλοποίηση της παρούσας έρευνας. Το θεωρητικό πλαίσιο οργανώθηκε με γνώμονα το Μοντέλο Θεμελίων για τον Αυτοπροσδιορισμό στην Πρώιμη Παιδική Ηλικία (Early Childhood Foundations Model for Self-Determination) της Palmer και των συνεργατών της (2013), το οποίο περιλαμβάνει τις τέσσερις προαπαιτούμενες δεξιότητες για τον αυτοπροσδιορισμό: 1) Ενίσχυση επιλογών, 2) Επίλυση προβλημάτων, 3) Αυτορρύθμιση και 4) Δέσμευση. Με βάση αυτό το μοντέλο, διερευνήσαμε το αν γονείς εφαρμόζουν τις προαπαιτούμενες δεξιότητες αυτοπροσδιορισμού και ποια από αυτές εφαρμόζουν συχνά, σε συσχέτιση με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους. Για τη μέτρηση και την επαλήθευση των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων μεταβλητών, κατάλληλη κρίθηκε η επιλογή ποσοτικής προσέγγισης με τη χρήση διαδικτυακού ερωτηματολογίου για την εύρεση αντιπροσωπευτικότερου δείγματος. Το ερωτηματολόγιο αντλήθηκε από την έρευνα του Chu (2018b), η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ταϊβάν. Επιπλέον, μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα με την τεχνική back translation και προσαρμόστηκε ως προς την κατάλληλη διατύπωση. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με στατιστικές τεχνικές με τη χρήση του προγράμματος jamovi και ερμηνεύτηκαν με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία.
Αναλυτικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο τίθενται τα θεμέλια του θεωρητικού πλαισίου, με σκοπό την κατανόηση της έννοιας του αυτοπροσδιορισμού και της αναπηρίας. Αρχικά, γίνεται αποσαφήνιση της έννοιας και του ορισμού του αυτοπροσδιορισμού. Στη συνέχεια αναλύεται το Μοντέλο Θεμελίων για τον Αυτοπροσδιορισμό στην Πρώιμη Παιδική Ηλικία (Early Childhood Foundations Model for Self-Determination) με τις επιμέρους δεξιότητές του. Επιπλέον, προτείνονται ενδεικτικές πρακτικές για την εφαρμογή των δεξιοτήτων από τους γονείς προς τα παιδιά. Ακολούθως, ορίζεται η έννοια και ο ορισμός της αναπηρίας. Η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) και η Νοητική Αναπηρία (ΝΑ), ορίζονται με τους επιστημονικούς τους όρους και παρουσιάζεται η σχέση τους με τον αυτοπροσδιορισμό. Εν συνεχεία, γίνεται αναφορά στα ερευνητικά δεδομένα για την εφαρμογή των προ- απαιτούμενων δεξιοτήτων αυτοπροσδιορισμού διεθνώς, καθώς και για την πρόβλεψη τριών μεταβλητών, που επηρεάζουν την ενίσχυση των προαπαιτούμενων δεξιοτήτων από τους γονείς. Τελειώνοντας, αναφέρεται η αναγκαιότητα της έρευνας, ο σκοπός και τα ερευνητικά ερωτήματα.
Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στη μεθοδολογία της έρευνας και αναλύονται η ερευνητική στρατηγική που χρησιμοποιήθηκε, οι συμμετέχοντες/-ουσες, η διαδικασία και τα εργαλεία. Επιπρόσθετα, περιγράφονται οι τεχνικές ανάλυσης των δεδομένων και τα προβλήματα στη διεξαγωγή της έρευνας.
Το τρίτο κεφάλαιο περιλαμβάνει τα αποτελέσματα της έρευνας. Σε αυτό το σημείο γίνεται αναλυτική περιγραφή των αποτελεσμάτων και όλων των αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν. Παρέχονται οι συχνότητες και τα περιγραφικά χαρακτηριστικά των δεδομένων, ο έλεγχος αξιοπιστίας της κλίμακας, οι συσχετίσεις μεταξύ των μεταβλητών, οι έλεγχοι με t-test και ANOVA για σύγκριση μεταξύ των δημογραφικών και των μεταβλητών και η πολλαπλή παλινδρόμηση για ανίχνευση των μεταβλητών που προβλέπουν την εφαρμογή πρακτικών αυτοπροσδιορισμού από τους γονείς .
Στο τέταρτο κεφάλαιο της συζήτησης, των συμπερασμάτων και των προτάσεων γίνεται, αρχικά, η συζήτηση όλων των ευρημάτων της έρευνας με τη σύνδεση, σύγκριση και συσχέτιση των αποτελεσμάτων της έρευνας με τη βιβλιογραφία. Ακολουθούν τα συμπεράσματα με την κωδικοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας, που αφορούν τα ερευνητικά ερωτήματα Επίσης, αναφέρονται οι περιορισμοί και οι επιπτώσεις στην ειδική αγωγή και την αποκατάσταση, καθώς, και οι προτάσεις για μελλοντικές έρευνες.
Τέλος, παρατίθενται οι βιβλιογραφικές πηγές και τα δύο παραρτήματα που περιλαμβάνουν το ερωτηματολόγιο της έρευνας και τις τροποποιήσεις των ερωτήσεων του μεταφρασμένου ερωτηματολογίου.
